Book review, movie criticism

Friday, November 3, 2017

Irvin Yalom



Irvin Yalom, Ο δήμιος του έρωτα, Στον κήπο του Επίκουρου, Το πρόβλημα Σπινόζα, Η μάνα και το νόημα της ζωής

  Ίρβιν Γιάλομ, Ο δήμιος του Έρωτα, Άγρα 2004 

  Του Ίρβιν Γιάλομ έχω διαβάσει εδώ και χρόνια τα βιβλία του «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», «Στο ντιβάνι», «Ο δήμιος του έρωτα» και «Η θεραπεία του Σοπενάουερ». Δεν έγραψα γι’ αυτά, γιατί τότε δεν είχα blog, γιατί μάλλον δεν υπήρχαν ακόμη τα blogs (η Σταυρούλα η Σκαλίδη που με έβαλε στο κόλπο ξέρει καλύτερα). Τώρα που έχω blog γράφω για κάθε βιβλίο που διαβάζω, έστω και μόνο με την ελπίδα ότι θα βρεθεί κάποιος να διαβάσει αυτά που γράφω. Και για τα καινούρια βέβαια στο Λέξημα.
  Προχθές τέλειωσα το «Στον κήπο του Επίκουρου», και ετοιμάζομαι να γράψω γι’ αυτό. Όμως θυμόμουνα ότι είχα γράψει κάτι για τον Γιάλομ, ένα σχόλιο που το ανάρτησα σε μια βιβλιοκριτική της Alef (όχι, την κάρφωσα μια φορά, δεν θα την καρφώσω και άλλη αποκαλύπτοντας το όνομά της), αρκετά χρόνια αφού είχα διαβάσει το βιβλίο, αλλά είχα γράψει σε μια λευκή σελίδα τις παρατηρήσεις μου και φυσικά είχα κάνει τις υπογραμμίσεις μου. Είναι κριτικό σχόλιο και γι’ αυτό είπα να το αναρτήσω πριν κάνω την ανάρτηση για τον «Κήπο του Επίκουρου».

   Alef, θαυμάσιο το κείμενό σου για το Γιάλομ. Έχω κι εγώ σκοπό να γράψω ένα άρθρο για τον Γιάλομ, αλλά δεν ξέρω πότε και αν τα καταφέρω. Θα σε έχω στη βιβλιογραφία. Και επειδή δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρω, θα ήθελα να γράψω εδώ μια κριτική παρατήρηση για το διήγημα «Ο δήμιος του έρωτα». Εδώ ο Γιάλομ έχει πέσει εντελώς έξω με την περίπτωσή του. Στο κάτω μέρος της σελίδας 105 διαβάζουμε «…μια εβδομηντάχρονη λευκή έγγαμη γυναίκα που παρουσίασε σημαντική βελτίωση έπειτα από πεντάμηνη εβδομαδιαία θεραπεία… από τους 28 γηριατρικούς ασθενείς… παρουσίασε το πιο θετικό αποτέλεσμα». Και στην αρχή της σελίδας: «Μου είπε μάλιστα ότι όχι μόνο την απωθούσε η ψυχοθεραπεία, αλλά δεν τη χρειαζόταν πια: ένιωθε πολύ καλύτερα, οπωσδήποτε καλύτερα από πριν τρεις εβδομάδες! Κι αυτό που την βοήθησε εξαιρετικά, είπε με αφέλεια, ήταν το γεγονός ότι χθες είδε τον Μάθιου!.... -…Συμφωνήσαμε να συναντιόμαστε και να τα λέμε μια φορά το μήνα».
  Δεν είναι σαφέστατο; Όλη η κριτική του Laing για την ψυχανάλυση σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Όπως και του Μαρκούζε εξάλλου. Ο ψυχίατρος δεν κάνει τίποτα άλλο από το να προσαρμόζει τον ασθενή στην «αρχή της πραγματικότητας», και στην προκειμένη περίπτωση να σκοτώσει ένα νευρωσικό έρωτα. Όμως η θεραπεία τελικά προήλθε από την κατά κάποιο τρόπο ευόδωσή του. Ο Δήμιος του έρωτα του Ίρβιν Γιάλομ στην περίπτωσή της απέτυχε, ευτυχώς.
  Πολύ πεζός ο Γιάλομ. Συγγραφείς όπως ο Μάρκες, και ο Μήτσου στα καθ’ ημάς (Ο σκύλος της Μαρί), εξυμνούν τον απελπισμένο έρωτα, γιατί είναι ο πιο δυνατός. Ο δυνατός έρωτας βιώνεται σαν απελπισία, όχι σαν πλήρωση. Σαν νευρωσική διαταραχή, όχι σαν ευτυχία.
  Ο κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις, τόσο στην πραγματικότητα όσο και στη μυθοπλασία. Η ασθενής του Γιάλομ δεν είναι παρά η θηλυκή εκδοχή του ήρωα του «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου» του Μάρκες.

Ίρβιν Γιάλομ, Στον κήπο του Επίκουρου (μετ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου-Γιάννης Ζέρβας) Άγρα 2008, σελ. 287

  Έχω διαβάσει και άλλα βιβλία του Γιάλομ-γράφω γι’ αυτά στη χθεσινή μου ανάρτηση.
Το τελευταίο που διάβασα, το «Στον κήπο του Επίκουρου» ασχολείται με την αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου. Ο Γιάλομ εργάστηκε χρόνια με καρκινοπαθείς που έχουν αυτό το φόβο, και έτσι ξέρει το θέμα αρκετά καλά.
  Ο Γιάλομ έχει μεγάλη λογοτεχνικότητα στη γραφή του και αφηγείται πολύ ενδιαφέρουσες κλινικές ιστορίες. Δεν συμφωνώ με όλα όσα γράφει, αλλά, όπως έχω γράψει και αλλού, στα βιβλία, ιδιαίτερα τώρα που είμαι συνταξιούχος, δεν αναζητώ πια κυρίως τη γνώση ή τη σοφία, αλλά την απόλαυση της γραφής. Και βέβαια σε θέματα ψυχολογίας, με τις τόσες σχολές της που αντιμετωπίζουν τις ψυχολογικές ασθένειες κάθε μια με το δικό της τρόπο, είναι φυσικό να υπάρχουν ενστάσεις και αντιρρήσεις, όχι μόνο από συναδέλφους του κλάδου αλλά και από απλούς αναγνώστες.
  Πριν ξεκινήσω την κριτική μου θα αναφέρω κάτι που διάβασα παλιά. Σε ένα πείραμα, ζήτησαν από τα πειραματικά υποκείμενα να χαμογελάνε για αρκετή ώρα. Δεν ξέρω πως μέτρησαν τα συναισθήματά τους, αλλά το αποτέλεσμα ήταν τα άτομα αυτά να νοιώθουν εξαιρετικά ευχάριστα, όπως στις πραγματικές καταστάσεις που χαμογελάνε. Με αυτό οι πειραματιστές ήθελαν να δείξουν πως δεν επηρεάζουν μόνο τα συναισθήματά μας την συμπεριφορά μας, αλλά και αντίστροφα, μια ορισμένη συμπεριφορά μπορεί να προκαλέσει τα αντίστοιχα συναισθήματα.
  «Σκέψου θετικά», είναι μια προτροπή που επαναλαμβάνεται συχνά. Η θετική σκέψη επιδρά θετικά στα συναισθήματα. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν μπορείς αυτό να το ελέγξεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις αρνητικά συναισθήματα σου δημιουργούν αρνητικές σκέψεις.
  Και από πού προέρχονται αυτά τα συναισθήματα;
  Προέρχονται ή από πραγματικά προβλήματα ή από εγγενείς διαταραχές (γονιδιακές, διατείνονται οι ψυχίατροι κυρίως, τραυματικές εμπειρίες, υποστηρίζουν οι των ψυχοδυναμικών σχολών όπως ο Φρόιντ, λαθεμένες «μαθήσεις» οι συμπεριφοριστές, κ.λπ).     
  Διαβάζουμε κάτι που είπε ο Νίτσε: «Όταν είμαστε κουρασμένοι, μας επιτίθενται ιδέες, τις οποίες είχαμε πριν από πολύ καιρό κατατροπώσει». Αυτή την εμπειρία την έχουμε όλοι μας. Η κούραση είναι ένα δυσάρεστο συναίσθημα, και φυσικά προκαλεί αρνητικές σκέψεις. Γι’ αυτό το φαγητό και ο καφές που μας τονώνουν μας κάνει να νοιώθουμε τόσο ευχάριστα.
  Η κούραση, τα προβλήματα (ο Γιάλομ έχει ένα κατάλογο προβλημάτων που μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς στη ζωή του, από τα οποία ένα είναι σίγουρο: η συνταξιοδότηση. Βρίσκεται στη σελ. 48) διαταράσσουν κάποιους νευροδιαβιβαστές και μας κάνουν να νοιώθουμε απαίσια. Το «σκέψου θετικά», το να κάνουμε αλλαγές στη ζωή μας, να ακολουθήσουμε τις οδηγίες του ψυχαναλυτή μας κ.λπ. μπορούν να επαναφέρουν τους νευροδιαβιβαστές αυτούς σε ισορροπία, αλλά το ίδιο μπορούν να κάνουν και τα φάρμακα. Ο ψυχίατρος, σε βάθος χρόνου, στοιχίζει λιγότερο από τον ψυχαναλυτή. Αλλά ο ψυχαναλυτής δεν έχει τις παρενέργειες των φαρμάκων. Τώρα ποιος είναι πιο αποτελεσματικός, θα έλεγα ότι εξαρτάται από την περίπτωση. Γενικά λέγεται ότι στις ψυχώσεις είναι καλύτερος ο ψυχίατρος και στις νευρώσεις ο ψυχαναλυτής. Γενικά.
  Μετά από αυτές τις αντιλήψεις μου τις οποίες ήθελα κάπου να καταθέσω, και η παρουσίαση αυτού του βιβλίου μου έδωσε την ευκαιρία, θα σχολιάσω ορισμένα αποσπάσματα.
  «Το άγχος θανάτου είναι η μητέρα όλων των θρησκειών, οι οποίες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επιχειρούν να καταλαγιάσουν την αγωνία του πεπερασμένου της ύπαρξής μας» (σελ. 17).
  Πιστεύω μόνο με ένα τρόπο: με την υπόσχεση μιας άλλης ζωής στον Παράδεισο. Ο οποίος  βέβαια διαφέρει από θρησκεία σε θρησκεία. Από τον ασεξουαλικό χριστιανικό παράδεισο μέχρι τον πολλά υποσχόμενο σεξουαλικά (70 παρθένες) του μουσουλμανικού παραδείσου.
  Διαβάζουμε: «Μια από τις αγαπημένες φράσεις του Νίτσε είναι η amor fati (αγάπα το πεπρωμένο σου): με άλλα λόγια, δημιούργησε το πεπρωμένο που μπορείς ν’ αγαπήσεις» (σελ. 120). Το «δημιούργησε το πεπρωμένο σου» είναι οξύμωρο, και σίγουρα το amor fati δεν σημαίνει αυτό. Και δεν νομίζω ότι πρόκειται για μεταφραστικό ατόπημα, σίγουρα είναι συγγραφικό.
  Και πάλι Νίτσε: «Ό,τι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό» (σελ. 114). Δεν με σκότωσε που με ξήλωσε η Γιαννάκου από σχολικό σύμβουλο και έχασα το επίδομα, 410 ευρώ το μήνα για τέσσερα χρόνια. Έγινα πιο δυνατός ώστε να αντιμετωπίσω την κρίση αυτή με μεγαλύτερη ψυχραιμία. Τι διάβολο, οι γονείς μας άντεξαν κατοχές (δηλαδή όχι όλοι, κάποιοι πέθαναν), εμείς δεν θα αντέξουμε;
   «Οι στενές σχέσεις είναι ένας εντελώς αναγκαίος όρος για την ευτυχία» (σελ. 129). Δεν ξέρω αν είναι εντελώς αναγκαίος, αλλά σίγουρα συμβάλλει πολύ.
  Νόμιζα πως δεν υπάρχει τίποτα πιο φρικτό από τον λιθοβολισμό της μοιχαλίδας στο Ισλάμ, τελικά μου θύμισε ο Γιάλομ ότι υπάρχει: είναι το sati, η ινδική πρακτική «η οποία απαιτεί να καίγεται η χήρα στη νεκρική πυρά του συζύγου της» (σελ. 132). Μόνο που η πρακτική αυτή δεν υπάρχει πια, την κατάργησαν οι εγγλέζοι. Είχε και τα καλά της η αποικιοκρατία.
  «Και μόνη η παρουσία σας είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορείτε να προσφέρετε σε όποιον βρίσκεται κοντά στο θάνατο (ή σε κάποιον υγιή που βρίσκεται σε πανικό θανάτου)» (σελ. 140). Να το θυμάστε.
  «Αν, όπως λέει ο Κούντερα, ο τρόμος του θανάτου πηγάζει από την ιδέα ότι το παρελθόν χάνεται, τότε η αναβίωση του παρελθόντος προσφέρει ζωτική καθησύχαση». Έτσι λοιπόν Θοδωρή, αν διαβάσεις αυτές τις γραμμές, το ότι θυμόμαστε τα τραγούδια της γενιάς μας και τα αναρτούμε ο ένας στον τοίχο του άλλου στο facebook με σχετικά σχόλια, σημαίνει βέβαια ότι γερνάμε, αλλά με ποιο τρόπο; Με το να αναβιώνουμε το παρελθόν για να καθησυχαστούμε, τώρα που γερνάμε.  
  Μια έννοια που έχει επινοήσει ο Γιάλομ είναι η έννοια των κυματισμών. Γράφει σχετικά: «Απ’ όλες τις ιδέες που αναδύθηκαν στα πολλά χρόνια που ασκώ το επάγγελμά μου, θεωρώ ότι για ν’ αντικρούσει κανείς το άγχος ενός ανθρώπου και τη θλίψη του για το εφήμερο της ζωής, εξαιρετική δύναμη έχει η ιδέα των κυματισμών. Η λέξη ‘κυματισμοί’ αναφέρεται στο γεγονός ότι ο καθένας από μας παράγει-συχνά χωρίς συνειδητή πρόθεση ή χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε-ομόκεντρους κύκλους επιρροής, οι οποίοι μπορεί να επηρεάζουν άλλους ανθρώπους για πολλά χρόνια, ακόμα και για πολλές γενιές» (σελ. 92).
  Παρηγορητικό πράγματι, αρκεί να μην κάνεις τη σύγκριση των κυματισμών σου με τους κυματισμούς του Ομήρου.     
  Τα έργα που αφήνουμε πίσω μας, λέει ο Πλάτωνας στο «Συμπόσιο», αλλά και ο Γιάλομ, είναι μια μορφή αθανασίας. Τη μορφή αυτή την έχει πραγματευτεί πιο διεξοδικά ο Κούντερα στο δικό του έργο που φέρνει ακριβώς αυτόν τον τίτλο: «Αθανασία».
  Ο Γιάλομ μιλάει για τις «τέσσερις έσχατες ανησυχίες»: «Ο θάνατος, η απομόνωση[διάβαζε: μοναξιά], το νόημα της ζωής και η ελευθερία» (σελ. 211).
  Πάει, γέρασε κι ο Γιάλομ. Στα προηγούμενα έργα του στη θέση της ελευθερίας έβαζε τον έρωτα.
  «Το σεξ διώχνει παροδικά το θάνατο από τη σκέψη» (σελ. 218). Προσέξτε εσείς που κάνετε πολύ σεξ, μπορεί να κακοχαρακτηρισθείτε ότι φοβάστε το θάνατο.
      «Περίπου έπειτα από έξι μήνες έλαβα από τη Σούζαν ένα σημείωμα, γραμμένο στο πίσω μέρος μιας φωτογραφίας ενός πανέμορφου χωριάτικου πανδοχείου της Νάπα Βάλλεϋ, προτρέποντάς με να την επισκεφθώ:-Η πρώτη νύχτα κερασμένη» (σελ. 40).
  Δεν είναι ολότελα κουφό; Να θεραπεύσεις μιαν ασθενή σου που έχει πανδοχείο, και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης να σε καλεί να περάσεις κάποιες μέρες στο πανδοχείο της, από τις οποίες μόνο η πρώτη θα είναι δωρεάν; Και θυμάμαι μια ανάλογη εμπειρία του φίλου μου του Μανώλη Πρατικάκη, που εκτός από ποιητής είναι και ψυχίατρος. Ανάλογη, όχι παρόμοια. Σ’ αυτόν όλες οι νύχτες ήταν κερασμένες. Αλλά εδώ είμαστε Ελλάδα, όχι Αμερική. 
  «…όπως έκανε ο Ζορμπάς προτρέποντας, ‘Μην αφήσεις στο θάνατο τίποτ’ άλλο από ένα καμένο κάστρο» (σελ. 60). Αυτό το «καμένο κάστρο» δεν μου φαίνεται καζαντζακικό,  μάλλον είναι μετάφραση της μετάφρασης. Το παράθεσα σαν ένα citation του μεγάλου μας-κρητικού, μην το ξεχνάμε-λογοτέχνη. (Τελικά «καμένο κάστρο» ήταν, αλλά η φράση ήταν αλλιώς, τη βρήκα στο διαδίκτυο: «Αυτό που θέλω ν' αφήσω πίσω μου είναι ένα καμένο κάστρο. Τίποτ' άλλο δε θέλω ν' αφήσω»).
    Ο Γιάλομ παραθέτει ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Ναμπόκοφ: «Το λίκνο αιωρείται πάνω από μια άβυσσο, κι η κοινή λογική μας λέει ότι η ύπαρξή μας δεν είναι παρά μια σύντομη αναλαμπή φωτός ανάμεσα σε δυο αιωνιότητες σκότους» (σελ. 91). Φαντάζομαι ότι ο Ναμπόκοφ το πήρε από την «Ασκητική» του Καζαντζάκη. Εκτός κι αν τα μεγάλα πνεύματα… Ο Καζαντζάκης γράφει: «Ερχόμαστε από μία σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μία σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή».
  Στο «συναντήσεις με παλιούς συμμαθητές» διαβάζουμε: «Γέρασαν όλοι τόσο πολύ, τόσο πολύ, τόσο πολύ. Τι γυρεύω εγώ εδώ μέσα; Πώς θα τους φαίνομαι εγώ;» (σελ. 70).
  Και θυμήθηκα το παρακάτω ανέκδοτο. Μια γυναίκα, πενηντάρα, αφηγείται σε μια φίλη της την επίσκεψή της σε έναν οδοντίατρο. Θυμάται ξαφνικά ότι ο οδοντίατρος είναι παλιός συμμαθητής της. –Μπαίνω που λες μέσα, τον βλέπω, φαλακρός, ρυτιδιασμένος, αυτός ο κούκλος που χαλβαδιάζαμε όλες οι συμμαθήτριες, τι απογοήτευση. -Με θυμάσαι καθόλου; τον ρωτάω. Στο Λύκειο της … Και ο άθλιος, που να τον πάρει και να τον σηκώσει, τι γυρνάει και μου λέει; -Αλήθεια; Και τι μάθημα μας κάνατε;
 Αυτά για τον Γιάλομ. Μπορεί να διαβάσουμε και το «Η μάνα και το νόημα της ζωής», οπότε θα επανέλθουμε.

Irvin Yalom, Το πρόβλημα Σπινόζα, Άγρα 2011, σελ. 506

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Δυο ιστορίες, του Σπινόζα και ενός ναζιστή, διαβάζουμε σ’ αυτό το «διπλό βιβλίο».

  Ο Ίρβιν Γιάλομ είναι ένας ψυχοθεραπευτής που μεγάλος πια σε ηλικία αποφάσισε να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Η περίπτωσή του μου φέρνει στο μυαλό δυο εγχώριες περιπτώσεις. Η μια είναι η αντιστροφή του. Πρόκειται για τη Μάρω Βαμβουνάκη, που ξεκίνησε ως μυθιστοριογράφος και έγινε πολύ αργότερα ψυχοθεραπεύτρια, με τα τελευταία της βιβλία να είναι περίπου δοκίμια πάνω στην ψυχοπαθολογία του σημερινού ανθρώπου. Η δεύτερη είναι η Ρέα Γαλανάκη. Και οι δυο γράφουν μυθιστορήματα που αφορούν τη ζωή προσωπικοτήτων. Με τη διαφορά βέβαια ότι ενώ η Γαλανάκη ασχολείται με τη ζωή ήσσονων προσωπικοτήτων, αγνώστων εν πολλοίς στο ευρύ κοινό (Ισμαήλ Φερίκ πασάς, Ανδρέας Ρηγόπουλος, Ελένη Μπούκουρα), ο Γιάλομ εμπνέεται από τη ζωή μεγάλων φιλοσόφων. Η αρχή έγινε με τον Νίτσε, μετά πέρασε στον Σοπενάουερ, και τώρα είχε σειρά ο Σπινόζα.
  Ο Σπινόζα (1632-1677) ήταν ένας αποσυνάγωγος εβραίος φιλόσοφος, γνωστός για το βιβλίο του «Ηθική», που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του. Έζησε στην φιλελεύθερη Ολλανδία, που όπως δέχεται σήμερα τους μουσουλμάνους (Ο Καντέρ Αμπντολάχ ξέρει να το εκτιμήσει αυτό), έτσι δεχόταν τότε και τους εβραίους, που όσοι δεν ασπάστηκαν τον χριστιανισμό, όπως και οι μουσουλμάνοι, εκδιώχθηκαν βίαια από την Ισαβέλλα της Ισπανίας μετά την Reconquista. Την ίδια τακτική ακολούθησε και ο βασιλιάς τη Πορτογαλίας.
  Το μυθιστόρημα αυτό είναι στην πραγματικότητα δύο, των οποίων τα κεφάλαια εναλλάσσονται, και που θα μπορούσαν να διαβαστούν εντελώς ανεξάρτητα, καθώς το καθένα λειτουργεί περίπου ως ιντερμέτζο για το άλλο. Και τα δυο είναι μυθιστορηματικές βιογραφίες, το ένα του Σπινόζα και το άλλο του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, ενός ναζί για τον οποίο ο Σπινόζα ήταν πρόβλημα: πώς μπορεί ένας εβραίος να είναι τόσο εξαιρετικός διανοούμενος, ώστε να τον θαυμάζουν κορυφές του γερμανικού πνεύματος όπως ο Γκαίτε; Ο Γιάλομ τον παρακολουθεί από τα μαθητικά του χρόνια μέχρι τον απαγχονισμό του, μετά τη δίκη της Νυρεμβέργης.
  Πάντα είχα πρόβλημα με το ιστορικό μυθιστόρημα και τις μυθιστορηματικές βιογραφίες: τι μέσα σ’ αυτά είναι αλήθεια και τι επινόηση του μυθιστοριογράφου; Μάλιστα έγραψα και σχετική εισήγηση για ένα συνέδριο, με τίτλο «Το πραγματικό και το φανταστικό στη λογοτεχνία: δυο Σάμιοι πεζογράφοι».
  Προφανώς δεν είμαι ο μόνος που έχει αυτό το πρόβλημα, και ο Γιάλομ φαίνεται να το γνωρίζει. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, για αναγνώστες σαν κι εμένα, έγραψε ένα τετρασέλιδο επιλογικό κείμενο με τίτλο «Πραγματικότητα ή φαντασία; Διευκρινίσεις», όπου αναφέρει τι στο βιβλίο του είναι πραγματικό, ιστορικό γεγονός και τι επινοημένο.
  Καθώς είμαι λάτρης του πραγματικού, παλιός ερωτευμένος με την ψυχολογία, και φυσικά για την εξαίρετη πρόζα του και την επινοητικότητά του στην πλοκή, έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία εκτός από ένα, που κάποια στιγμή θα το διαβάσω και αυτό (Είναι το «Η μάνα και το νόημα της ζωής»). Κάθε φορά βρίσκω και κάτι καινούριο. Σ’ αυτό εδώ βρήκα έναν καλυμμένο αντικληρικαλισμό. Ο Γιάλομ επιτίθεται, με την περσόνα του ήρωά του, στη θρησκοληψία, το φανατισμό και τον συντηρητισμό της εβραϊκής θρησκείας, αλλά, όπως λέει η παροιμία, «τα λέει στην πεθερά για να τα ακούσει η νύφη». Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αν αυτό το βιβλίο εκδιδόταν την εποχή της ιεράς εξέτασης ο συγγραφέας θα κατέληγε στην πυρά. Αλλά δεν έχω επίσης καμιά αμφιβολία ότι, έξυπνος καθώς είναι, δεν θα έγραφε ποτέ ένα τέτοιο βιβλίο σε μια εποχή απόλυτης πνευματικής ανελευθερίας.
  Είχα κάνει από παλιά κάποιες σκέψεις, τις οποίες ξανάκανα με αφορμή αυτό το βιβλίο, και θα ήθελα να τις κοινοποιήσω εδώ.
  Οι τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες έχουν διαφορές, αλλά και ομοιότητες μεταξύ τους. Οι δυο επόμενες μοιάζουν με αιρέσεις της πρώτης, αντίληψη που πιστεύω συμμεριζόταν και ο Νίτσε, και το αν στέκονται σήμερα ως ισότιμες θρησκείες στο πλάι της πρώτης είναι γιατί στάθηκαν επιτυχημένες στη διάδοσή τους. Από εκεί και ύστερα όμως, αυτό που παρατηρώ, είναι πως η πρώτη με την τρίτη, η εβραϊκή θρησκεία με τον μουσουλμανισμό, έχουν πολύ περισσότερα κοινά σημεία μεταξύ τους από ότι με τον χριστιανισμό. Παραθέτω κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο.
  «…Οι ραβίνοι αντιτίθενται πολύ καθαρά στη μόρφωσή μας, λένε ότι διαθέτουμε υποδεέστερη νοημοσύνη και ότι θα ήταν ανοησία να μας διδάξουν την Τορά, γιατί εμείς οι γυναίκες ποτέ δεν θα μπορούσαμε να συλλάβουμε τη συνθετότητά της» (σελ. 446). Και δεν μιλάμε μόνο για μόρφωση, γιατί πιο πριν διαβάζουμε: «…μάθαινες κρυφά στη Ρεμπέκα και στη Μιριάμ να διαβάζουν. Θυμάμαι που έλεγες πως είναι μεγάλη αδικία τα κορίτσια να μη διδάσκονται ανάγνωση» (σελ. 208). Δεν πρόκειται δηλαδή απλά για μόρφωση, αλλά για πλήρη αναλφαβητισμό.
  Εντάξει, μόνο οι Ταλιμπάν απαγορεύουν τη μόρφωση των γυναικών, αλλά και στο Ιράν που την επιτρέπουν, η μαρτυρία μιας γυναίκας στο δικαστήριο ισούται με το μισό της μαρτυρίας ενός άντρα, και σε περίπτωση ατυχήματος η γυναίκα αποζημιώνεται με το μισό από ό,τι ένας άντρας για τον ίδιο τραυματισμό. Αν και, με βάση αυτή τη λογική δεν καταλαβαίνω: εν τάξει, αφού η γυναίκα αξίζει όσο το μισό ενός άντρα, ας παντρεύεται ο άντρας δυο γυναίκες, για εξισορρόπηση, όμως γιατί τέσσερις; Γιατί τόσες επιτρέπει η σαρία.
  «…βεβαίως και κάθεστε χωριστά εσείς οι γυναίκες με τα λάγνα βλέμματά σας. Είναι σωστό να αποσπάτε τους άντρες από το θεό;… …-Ίσως θα πρέπει οι άντρες να φορέσουν παρωπίδες αντί να απαιτούν από τις γυναίκες να φοράνε πέπλο» (σελ. 445-446).
  Όταν αυτά τα πράγματα τα καθαγιάζει η θρησκεία, είναι δύσκολο να μεταβληθούν. Και στη Δύση, όπως διαβάζω στο «Περί έρωτος» του Σταντάλ, υπήρχε η αντίληψη ότι δεν είναι ανάγκη η γυναίκα να μορφωθεί, αλλά όταν οι κοινωνικές συνθήκες άλλαξαν η θρησκεία δεν μπόρεσε να βάλει εμπόδια στη μόρφωσή της. Και αν οι εβραίοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με κάποιους κανόνες στις χώρες που κατοικούσαν, ίσως να φορούσαν και οι εβραίες μαντήλες.
  Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός, οι γυναίκες κάθονταν πάντα αριστερά και οι άντρες δεξιά στην εκκλησία. Σήμερα στη θέση των αντρών κάθονται και γυναίκες με τους άντρες τους, αλλά όχι αντίστροφα. Τα καφενεία επίσης ήταν χώρος απαγορευμένος για τις γυναίκες. Δεν νομίζω να έκαναν κανέναν αγώνα για να διεκδικήσουν μια θέση και σ’ αυτά. Απλά οι άντρες το δέχτηκαν εντελώς φυσιολογικά.
  Άλλα κοινά σημεία ανάμεσα στον εβραϊσμό και στον μουσουλμανισμό είναι η περιτομή και η απαγόρευση του χοιρινού κρέατος. Θα υπήρχε και ένα άλλο κοινό σημείο, ο λιθοβολισμός της μοιχαλίδας. Ο Χριστός είπε «Ο αναμάρτητος τον λίθο βαλέτω», αναφερόμενος προφανώς σ’ αυτή την πρακτική. Αν οι εβραίοι δεν λιθοβολούσαν τις μοιχαλίδες ασφαλώς το έκαναν από ανάγκη συμμόρφωσης στους νόμους των κρατών που τους παρείχαν φιλοξενία. Και βέβαια στο σημερινό Ισραήλ δεν γίνεται λόγος για τέτοια πράγματα, μια και οι ισραηλίτες κουβαλάνε την δυτική κουλτούρα και τις αξίες του δυτικού πολιτισμού.
  Όμως πρέπει να κλείσουμε μιλώντας για τον Γιάλομ. Η ανάγνωση των βιβλίων του αποζημιώνει διπλά, προσφέροντας ταυτόχρονα τέρψη και γνώση. Και το «Πρόβλημα Σπινόζα» ασφαλώς δεν αποτελεί εξαίρεση.

Irvin Yalom, Η μάνα και το νόημα της ζωής (μετ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου-Γιάννης Ζέρβας), Άγρα 2007

  Πριν κάμποσες μέρες ανάρτησα μια βιβλιοκριτική για το βιβλίο του Γιάλομ «Το πρόβλημα Σπινόζα». Μου το είχε δανείσει η φίλη μου η Λίτσα Κουμπούρα. Από τα μυθιστορηματικά έργα του Γιάλομ το μόνο που δεν είχα ακόμη διαβάσει ήταν το «Η μάνα και το νόημα της ζωής», το οποίο προσφέρθηκε να μου δανείσει η φίλη μου η Ελένη Δραμητινού. Τις ευχαριστώ και τις δυο και από αυτές τις γραμμές.
  Από τα θεωρητικά έργα του Γιάλομ μόνο ένα έχω διαβάσει, το «Στον κήπο του Επίκουρου», για το οποίο έκανα και ανάρτηση. Πριν προχωρήσω σε αυτή τη βιβλιοκριτική της έριξα μια ματιά. Βλέπω με έκπληξη να καταλήγω ως εξής: «Αυτά για τον Γιάλομ. Μπορεί να διαβάσουμε και το Η μάνα και το νόημα της ζωής, οπότε θα επανέλθουμε».
  Και να ’μαστε λοιπόν που επανερχόμαστε.
  Το βιβλίο αποτελείται από έξι αφηγήματα. Τα περισσότερα δεν είναι παρά αφηγήσεις κλινικών περιπτώσεων, μέσα στις οποίες οι θεραπευτικές συνεδρίες καταλαμβάνουν σημαντική θέση, όπως άλλωστε και στα περισσότερα έργα του Γιάλομ.
  Το πρώτο αφήγημα που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο αναφέρεται στη μάνα σαν το άτομο του οποίου αποζητούμε πάντα την επιδοκιμασία με τις πράξεις μας, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πια στη ζωή. Τουλάχιστον έτσι νοιώθει ο Γιάλομ για τη δική του μάνα, και σίγουρα δεν είναι ο μόνος.
  Το δεύτερο αφήγημα που έχει τίτλο «Ταξίδια με την Πώλα» αναφέρεται στην προσπάθεια μιας καρκινοπαθούς να αντιμετωπίσει το φόβο του θανάτου. Πιθανότατα ο φόβος του ίδιου του Γιάλομ για τον θάνατο τον οδήγησε να ασχοληθεί με τέτοιου είδους ασθενείς.
  Το τρίτο αφήγημα, Southern comfort, αναφέρεται στην εμπειρία του Γιάλομ από μια ομάδα ασθενών την οποία καθοδηγούσε, καθώς και στις διαδραστικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ τους και με τον ίδιο.
  Το περιεχόμενο του τετάρτου αφηγήματος είναι ολοφάνερο από τον μακροσκελή του τίτλο: «Εφτά μαθήματα θεραπείας πένθους για προχωρημένους». Ένα πένθος όταν παρατραβάει χρήζει θεραπείας, και αποτελεί σύμπτωμα βαθύτερων ψυχολογικών προβλημάτων.
  Στο πέμπτο αφήγημα με τον τίτλο «Διπλή έκθεση» ο Γιάλομ αναφέρεται στην αντιμεταβίβαση, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει τις συνεδρίες και από τη σκοπιά του ασθενούς, εκθέτοντας την αμφιθυμική σχέση που αναπτύσσει συχνά με τον θεραπευτή του.
  Όμως το έκτο και τελευταίο αφήγημα, «Η κατάρα της ουγγαρέζικης γάτας», ήταν πραγματική έκπληξη για μένα.
  Υπάρχουν ενδοκειμενικές αναμονές, υπάρχουν ειδολογικές αναμονές (π.χ. ότι μια κωμωδία θα έχει happy end), αλλά, όπως διαπιστώνω εδώ, υπάρχουν και εξωκειμενικές αναμονές που έχουν σχέση με τον συγγραφέα. Έχοντας διαβάσει όλα τα αφηγηματικά έργα του Γιάλομ περίμενα ότι και αυτό το αφήγημα θα ήταν κάτι ανάλογο: αφήγηση μιας κλινικής περίπτωσης. Καθώς μάλιστα το αφήγημα ξεκινάει «Πες μου όμως, Χάλστον, γιατί θέλεις να σταματήσεις τη θεραπεία;», δεν έχεις καμιά αμφιβολία για τη συνέχεια.
  Και όμως, με περίμενε μια μεγάλη διάψευση. Ενώ περίμενα μια ρεαλιστική αφήγηση της ιστορίας μιας κλινικής περίπτωσης, ξαφνικά βρέθηκα σε μια υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα – άρχισα να το υποψιάζομαι όταν είδα ότι και τα δυο άτομα, και ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος, βλέπουν το ίδιο όνειρο – όπου μια γάτα αρχίζει όχι απλά να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά να μιλάει σαν άνθρωπος. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι ο Γιάλομ, αν δεν ήταν εντελώς προσηλωμένος στις ψυχαναλυτικές του αναζητήσεις, θα είχε εξελιχθεί σε έναν αντάξιο διάδοχο του Edgar Allan Poe. Όπως και να έχει βέβαια τον τίτλο ενός ταλαντούχου λογοτέχνη τον έχει κατακτήσει.
  Όπως έκανα και στο «Στον κήπο του Επίκουρου» θα σχολιάσω κάποια σημεία τα οποία βρήκα πολύ ενδιαφέροντα.
  «Είμαστε πλάσματα που αναζητούν ένα νόημα, γράφω, που είναι υποχρεωμένα να διαχειριστούν τη δυσάρεστη κατάσταση ότι ρίχτηκαν μέσα σ’ ένα σύμπαν που δεν έχει κανένα εγγενές νόημα. Κι εξηγώ ότι για να αποφύγουμε το μηδενισμό, πρέπει να επιδοθούμε σ’ ένα διπλό στόχο. Πρώτα πρέπει να επινοήσουμε ή ν’ ανακαλύψουμε ένα σχέδιο νοήματος αρκετά στιβαρό για να στηρίξει μια ζωή. Έπειτα πρέπει να κατορθώσουμε να ξεχάσουμε το γεγονός ότι δεν είναι δική μας επινόηση, και να πείσουμε τον εαυτό μας ότι δεν το εφεύραμε αλλά το ανακαλύψαμε – ότι έχει μια ανεξάρτητη ύπαρξη στο σύμπαν» (σελ. 19).
  Το ίδιο πράγμα έχουν υποστηρίξει, από όσους ξέρω, ο Καζαντζάκης, ο Καβάφης και ο Σολωμός. Όμως πόσο πειστικό μπορεί να είναι ένα νόημα ζωής που προέρχεται έσωθεν και όχι έξωθεν; Και είναι ποτέ δυνατόν να πείσουμε τον εαυτό μας ότι έχει «μια ανεξάρτητη ύπαρξη μέσα στο σύμπαν; Μόνο οι «μεγάλες αφηγήσεις» μπορούν να προσφέρουν ένα πειστικό νόημα, και γι’ αυτό θεωρώ σχεδόν αναπόφευκτο το μηδενισμό στην εποχή μας. Το νόημα της ζωής αντικαθίσταται από το σκοπό της ζωής, που μπορεί να μην είναι άλλος από το να αυγατίσουμε την περιουσία μας. Και θυμήθηκα τώρα μια αραβική παροιμία: θέλεις να αποκτήσεις χρήματα; Ασχολήσου με την πολιτική.
  Διαβάζουμε:
  «Είχα παραβεί έναν θεμελιώδη κανόνα της ψυχοθεραπείας: μη στερείς από έναν ασθενή τις άμυνές του, αν δεν έχεις τίποτα καλύτερο να του προσφέρεις στη θέση τους» (σελ. 113). Μήπως και αυτό το ενδογενές νόημα της ζωής δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας μηχανισμός άμυνας; Άμυνας μπροστά στο φόβο του θανάτου;
  Διαβάζουμε: «Ίσως να είχα βιαστεί ν’ απορρίψω τις σχέσεις μέσω e-mail σαν απρόσωπες. Ίσως να ίσχυε το εντελώς αντίθετο. Ίσως οι ηλεκτρονικές φιλίες –επειδή ακριβώς δεν εξαρτώνταν από επιδερμικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά– να ήταν πιο αυθεντικές και πιο σύνθετες» (σελ. 271).
  Το ακούω συχνά σαν κριτική για τις ηλεκτρονικές φιλίες, ότι οι ζωντανές φιλίες είναι οι καλύτερες.
  Συμφωνώ. Όμως οι ζωντανές φιλίες συχνά χάνονται κάτω από το βάρος της καθημερινότητας, που μας περιορίζει αφάνταστα το χρόνο. Εγώ, μέσω του facebook για παράδειγμα, διατηρώ φιλίες που διαφορετικά θα είχαν χαθεί, βρήκα παλιούς φίλους και έχω έναν ακόμη δίαυλο επικοινωνίας με τους φίλους μου. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ανταλλαγή κειμένων μέσω του διαδικτύου είναι η καλύτερη. Τα φαξ και τα «χέρι με χέρι» μπορεί να χαθούν κάποια στιγμή, ενώ τα ηλεκτρονικά κείμενα είναι πιο σίγουρο ότι θα διατηρηθούν, και είναι πιο βολικό να βγάλεις αντίγραφα σε εκτυπωτή παρά να τρέχεις για φωτοτυπίες-άσε που κοστίζουν περισσότερο.
  Διαβάζουμε:
  «-Πρέπει όμως να ομολογήσω, συνέχισε ο Έρνεστ, ότι μπορεί ν’ αφήσω για λίγο κατά μέρος τον Μανν, για ν’ αγοράσω την καινούρια μετάφραση του Ανθρώπου χωρίς ιδιότητες του Μούσιλ…  -Ο τελευταίος άνθρωπος στον οποίο μίλησα γι’ αυτό το βιβλίο δεν είχε ακούσει ποτέ το όνομα του Μούσιλ. –Ε, δεν φτάνουν όλοι εύκολα στον Μούσιλ» (σελ. 296).
  Ένας φίλος μου μού είπε για τον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» ότι είναι ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται. Εγώ το διάβασα. Στη βιβλιοπαρουσίαση που έκανα, ανάμεσα στα άλλα έγραψα και το παρακάτω:
  «Στη Βικιπαίδεια διάβασα ότι ο Τόμας Μαν είχε σε μεγάλη εκτίμηση το έργο του Μούσιλ, χωρίς να συμβαίνει και το αντίστροφο. Διαβάζοντας τον Μούσιλ βλέπω ότι αποτελεί την ακραία συνέπεια της πρόζας του Μαν, την πεμπτουσία της, το σημείο που ο ίδιος ο Μαν θα ήθελε να φτάσει χωρίς να το κατορθώσει».
  Όμως ο λόγος είναι για τον Ίρβιν Γιάλομ και όχι για τον Ρόμπερτ Μούσιλ. Είναι εξαιρετικός ο Γιάλομ, σε όλα του τα βιβλία και όχι μόνο σ’ αυτό, και τα συνιστώ ανεπιφύλακτα. Όπως έγραψα και παραπάνω, τα έχω διαβάσει όλα.
   


  
Post a Comment