Book review, movie criticism

Wednesday, January 17, 2018

Άντον Τσέχωφ (1860-1904)



Άντον Τσέχωφ, 6 βιβλία με διηγήματα και Η τέχνη της γραφής

Άντον Τσέχωφ, Να κοιμηθώ και άλλα διηγήματα (μετ. Βασίλης Ντινόπουλος), Εστία 1992, σελ. 150

  Το βιβλίο το ανακάλυψα τυχαία, αδειάζοντας την τσάντα του μπάνιου. Έχω δέκα χρόνια να τη χρησιμοποιήσω, από τότε που ακόμη έκανα χειμερινό μπάνιο, πριν το αντικαταστήσω με το κολυμβητήριο. Το φθινόπωρο και την άνοιξη που ο καιρός είναι σχετικά ζεστός, όταν ήταν λιακάδα και έκανα ηλιοθεραπεία (η λέξη, μετά τις τρύπες του όζοντος, φαντάζει οξύμωρο) περνούσα την ώρα μου διαβάζοντας ή ακούγοντας την πέμπτη συμφωνία του Σοστάκοβιτς από το κινητό μου.
  Τον Τσέχωφ τον ξέρω από τα τέσσερα θεατρικά του, τον «Θείο Βάνια», τον «Βυσσινόκηπο», τις «Τρεις αδελφές» και τον «Γλάρο», κορυφαία έργα της παγκόσμιας δραματουργίας. Έγραψα κάποτε ότι αυτό που κυριαρχεί στα έργα αυτά είναι η frustration, λέξη που δεν μεταφράζεται επακριβώς στα ελληνικά - το λεξικό της magenta τη μεταφράζει ως απογοήτευση, ματαίωση - την οποία θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε πράγματι ως απογοήτευση, όχι όμως γιατί έχασε ο Ολυμπιακός (όσοι είστε παναθηναϊκοί, ο Παναθηναϊκός) αλλά γιατί δεν καταφέραμε να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας, γιατί δεν μας αγάπησε η γυναίκα που αγαπήσαμε, γιατί ζούμε μέσα στην ανία μιας μονότονης ζωής χωρίς προοπτική και της οποίας τέρμα θα είναι μόνο ο θάνατος. Διαβάζοντας τώρα τα διηγήματα αυτά βλέπω ότι και εδώ κυριαρχεί η frustration.
  Εκτός από τις μικροαστικές ματαιώσεις, κυρίως ερωτικής φύσης, και τη μικροαστική ανία, ο Τσέχωφ περιγράφει σε δυο διηγήματά του τις ταλαιπωρίες δυο φτωχών παιδιών. Το διήγημα «Βάνκα» το είχα ξαναδιαβάσει, πριν χρόνια, και πρέπει να είναι από τα πιο γνωστά του. Το ταλαιπωρημένο φαμεγιάκι γράφει στον παππού του παρακαλώντας τον να τον πάρει και να τον γλιτώσει από τα νύχια του σκληρού αφεντικού. Στο φάκελο γράφει σαν διεύθυνση: Στον παππού στην επαρχία. Στο «Να κοιμηθώ», ένα άλλο φαμεγιάκι, κορίτσι αυτή τη φορά, που τα αφεντικά της την κρατούν συνέχεια ξύπνια αναθέτοντάς της διάφορες δουλειές, μισοκοιμισμένη πνίγει το μωρό που έχει στη φύλαξή της για να μπορέσει να κοιμηθεί με την ησυχία της.
  Το «Στο εξοχικό» μοιάζει σαν ανέκδοτο που ο Τσέχωφ αποφάσισε να το κάνει ένα μικρό τρισέλιδο διήγημα. Και εδώ κυριαρχεί η ματαίωση των προσδοκιών. Και ο σύζυγος και ο κουνιάδος παίρνουν ένα γράμμα, από μια άγνωστη γυναίκα, να πάνε να τη συναντήσουν στο ίδιο μέρος στο πάρκο. Τσακώνονται. Η γυναίκα δεν εμφανίζεται. Επιστρέφουν σπίτι, για να αποκαλυφθεί ότι το γράμμα το είχε γράψει η γυναίκα του, για να τους ξεφορτωθεί ώστε να κάνει με την ησυχία της το παρκέ.
  Υπάρχει ένα μοναδικό διήγημα, ίσως το πιο γνωστό του Τσέχωφ, στο οποίο δεν κυριαρχεί η frustration. Αυτό είναι «Η κυρία με το σκυλάκι», μια περίπου αντιστροφή της «Αγάπης», ενός άλλου διηγήματος. Στην «Κυρία με το σκυλάκι» ο άντρας με τη γυναίκα έχουν προχωρήσει σε σχέση, αντίθετα από ό, τι στην «Αγάπη». Όμως είναι και οι δυο παντρεμένοι, και η γυναίκα πρέπει κάποια στιγμή να επιστρέψει από τις διακοπές της. Δεν θα περάσει πολύς καιρός όμως και θα ξανασμίξουν, γιατί ο άνδρας συνειδητοποιεί ότι είναι πραγματικά ερωτευμένος μαζί της και η σχέση αυτή δεν ήταν, όπως τις άλλες φορές, μια περαστική ερωτική περιπέτεια. Στο τέλος του διηγήματος τους βλέπουμε να σκέφτονται «…με ποιο τρόπο θα μπορέσουν να απαλλαγούν από την ανάγκη να κρύβονται, να εξαπατούν, να μένουν σε διαφορετικές πόλεις, να κάνουν τόσον καιρό να βλέπονται. Πώς θα απελευθερωθούν απ’ αυτά τα ανυπόφορα δεσμά;».
  Το διήγημα αυτό είναι όπως είπαμε η αντιστροφή της «Αγάπης», αλλά επίσης και μια «Άννα Καρένινα» μέχρι τη μέση· με τη μόνη διαφορά ότι ο Βρόνσκι δεν ήταν παντρεμένος. Αν ο Τσέχωφ είχε γράψει μυθιστόρημα θα έδινε την ίδια συνέχεια που έδωσε και ο Τολστόι στο δικό του, εξίσου δραματικό μια και είναι κυρίως θεατρικός συγγραφέας. Ξέροντας τον Τσέχωφ δεν μπορούμε να αμφιβάλλουμε ότι και η Άννα Σεργκέεβνα θα είχε το ίδιο τέλος με την Άννα Καρένινα.
  Στην ίδια τσάντα ήταν και ένα άλλο βιβλίο με διηγήματα του Τσέχωφ. Μόλις το διαβάσουμε θα γράψουμε και γι’ αυτό.

Άντον Τσέχωφ, Η νυφούλα και άλλα διηγήματα (μετ. Γιώργης Πολιτόπουλος), Ζαχαρόπουλος 1989, σελ. 109

  Μετά το «Να κοιμηθώ» του Τσέχωφ που παρουσιάσαμε προχθές, σειρά έχει η υπεσχημένη «Νυφούλα».
  Η «Νυφούλα» είναι το τελευταίο διήγημα που έγραψε ο Τσέχωφ. Εκτενές, διαφέρει από το απαισιόδοξο κλίμα των περισσότερων διηγημάτων του. Η ηρωίδα, ζώντας μια ζωή γεμάτη απογοητεύσεις (ένας επικείμενος γάμος που δεν τον θέλει, ο θάνατος ενός αγαπημένου φίλου) παίρνει τη μεγάλη απόφαση:
  «Ανέβηκε στο δωμάτιό της να ετοιμάσει τις αποσκευές της, και την άλλη μέρα το πρωί αποχαιρετήθηκε με τους δικούς της και ζωντανή, κεφάτη, εγκατέλειψε την πόλη – όπως υπολόγιζε – για πάντα» (σελ. 31). Είναι η τελευταία παράγραφος του διηγήματος.
  Διαβάζοντάς τη μου ήλθαν στο μυαλό οι στίχοι του Καβάφη:

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

  Αυτή, παρά το «όπως υπολόγιζε», μάλλον δεν πρόκειται να τη ρημάξει.
  Όμως δεν είναι το μοναδικό διήγημα που τελειώνει αισιόδοξα. Το διήγημα «Ο φοιτητής» τελειώνει ως εξής:
  «Και το αίσθημα της νεότητας, της υγείας και της δύναμης – είχε πατήσει μόνο το εικοστό δεύτερο χρόνο της ζωής του – και η απερίγραπτη αναμονή ευτυχίας, μιας ανεξήγητης και μυστικόπαθης ευτυχίας, τον κατακτήσανε σιγά-σιγά, και η ζωή του φάνηκε γοητευτική, μαγευτική και γεμάτη υψηλά νοήματα» (σελ. 62).
  Δεν πιστεύω να υπάρχει άλλος ήρωας του Τσέχωφ που, τελειώνοντας το διήγημα (για τα τέσσερα κορυφαία θεατρικά του ξέρουμε) να νοιώθει έτσι.
  Το διήγημα αυτό, όπως και «Η κόρη της Αλβιόνας», μου θύμισαν τους «Δουβλινέζους» του Τζέημς Τζόυς. Χωρίς σασπένς, εικονογραφούν χαρακτήρες και καταστάσεις.
  Πολύ πλάκα έχει το διήγημα «Χωρίς τίτλο». Ο γέρο καλόγερος, ο πιο σεβάσμιος στο μοναστήρι, πηγαίνει στην πόλη. Γυρνώντας, περιγράφει στους άλλους καλογέρους τι είδε. Και το διήγημα τελειώνει ως εξής:
  «Περιγράφοντας όλες τις χάρες του διαβόλου, την ομορφιά του κακού και την γοητευτική χάρη του σιχαμερού γυναικείου κορμιού, ο Γέρος καταράστηκε το διάβολο, γύρισε προς τα πίσω και κρύφτηκε στην πόρτα του.
  Όταν το επόμενο πρωί βγήκε από το κελί, δεν βρήκε ούτε έναν καλόγερο στο μοναστήρι. Όλοι έτρεξαν στην πόλη!» (σελ. 82).
  Συνήθως δεν σχολιάζω τη μετάφραση, γιατί, έχοντας κάνει κι εγώ μεταφράσεις, ξέρω ότι η ποιότητα της μετάφρασης έχει να κάνει και με το πόσο την πληρώνεσαι, αλλά και με το πόσο χρόνο είσαι διατεθειμένος να ξοδέψεις. Μια φράση μπορείς να την μεταφράσεις πολύ καλύτερα αν επιμείνεις λίγο περισσότερο. Τότε όμως η δουλειά σου στη μονάδα του χρόνου θα πληρωθεί ελάχιστα. Παρόλα αυτά κάποια μεταφραστικά ατοπήματα βαρύνουν τον μεταφραστή, αλλά πιστεύω και τον εκδότη. Ένας καλός μεταφραστής στοιχίζει, και ο μέτριος δεν έχει το υπόβαθρο που απαιτείται συχνά για μια καλή μετάφραση. Στο «Κοιμητήριο της Πράγας» (ας μη γράψουμε το όνομα του συγγραφέα, του εκδότη και του μεταφραστή) βρήκα κάποια μεταφραστικά ατοπήματα, αλλά ο Νίκος Σαραντάκος βρήκε πολύ περισσότερα. Άραγε εδώ ο μεταφραστής, που μεταφράζει μάλιστα από τα ρώσικα, δεν είχε δει τον «Ιβάν τον τρομερό» του Αϊζενστάιν; Σίγουρα τον είχε δει, αλλά δεν κάθισε να πολυσκεφτεί, για το λόγο που είπαμε, όταν μετάφρασε «του Ιωάννου Γκρόζνι» (σελ. 58).
  Όχι, η μετάφραση, υφολογικά, ήταν πολύ καλή. Μάλιστα αρδεύσαμε και δυο ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, κατά το συνήθειό μας.
  «Εγώ άνοιξα τα μάτια μου κι όλα τα βλέπω τώρα» (σελ.21) και «Πέρασε το φθινόπωρο, πίσω του κι ο χειμώνας».
  Πολύ μου άρεσαν τα διηγήματα του Τσέχωφ, τόσο, που σκέφτομαι να διαβάσω και άλλα. Όχι, δεν σκοπεύω να τα αγοράσω, θα τα βρω στο διαδίκτυο, πρέπει να κάνω απόσβεση στο tablet που αγόρασα και που το χρησιμοποιώ μόνο σαν e-book reader.

Άντων Τσέχωφ, διηγήματα και μονόπρακτα (μετ. Βασίλης Ντινόπουλος και Γιώργος Τσακνιάς), Πατάκης 2004

  Μας άρεσε πολύ ο Τσέχωφ, και είπαμε να διαβάσουμε ό,τι άλλο βρούμε δικό του. Εξαιρετικός διηγηματογράφος, με λιτό ύφος, αφηγηματική άνεση, επινοητικός στις ιστορίες του, δεν είναι τυχαίο που θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους διηγηματογράφους. Στη Ρωσία είναι ό,τι περίπου είναι σε μας εδώ ο Παπαδιαμάντης.
  Εκτός από τη «Νύστα» που δίνει τον τίτλο στη συλλογή που έχουμε ήδη παρουσιάσει, σε ακριβέστερη μετάφραση, Спать хочется, «Να κοιμηθώ», και τους «Εχθρούς» που βρίσκονται στη συλλογή «Η νυφούλα», όλα τα άλλα διηγήματα τα διαβάσαμε για πρώτη φορά.
   Στα περισσότερα από τα διηγήματα αυτά ο Τσέχωφ εικονογραφεί πρόσωπα μέσα από θλιβερές, αλλά και αστείες ιστορίες. Η «Νυφούλα», στο πρώτο διήγημα της συλλογής, είναι παραμελημένη από τους δυο συζύγους της και όταν αυτοί πεθαίνουν, από τον εραστή της. Αργότερα θα προσκολληθεί στο γιο του, στον οποίο θα επενδύσει τα ματαιωμένα μητρικά της αισθήματα. Στο τέλος του διηγήματος τη βλέπουμε με την αγωνία μήπως τον πάρει η μητέρα του και μείνει μόνη. Η ανακούφισή της είναι αφάνταστη όταν αυτό τελικά δεν θα συμβεί.
  Το «Στοίχημα» και «Το βιολί του Ρότσιλντ» είναι «διδακτικά» διηγήματα. Στο τέλος τους βλέπουμε μια ιψενική συνειδητοποίηση των ηρώων τους, ή μάλλον καλύτερα ντικενσιανή, σαν αυτή που συμβαίνει στον Εμπενέζερ Σκρουτζ στις «Χριστουγενιάτικες ιστορίες». Τα χρήματα δεν είναι το παν στη ζωή.
  Ο «Χαμελαίων» είναι ένα σατιρικό διήγημα, με τον ήρωα να αλλάζει συνεχώς στάση απέναντι στον κατηγορούμενο, ανάλογα με τις πληροφορίες που παίρνει για το τίνος είναι ο σκύλος που τον δάγκωσε, και που έρχονται συνεχώς αναιρώντας η μια την άλλη. Είναι κοπρόσκυλο ή είναι του στρατηγού; Τελικά είναι του αδελφού του στρατηγού.
  Η «Γυναίκα χωρίς προκαταλήψεις» όμως είναι εντελώς κωμικό. Ο φουκαράς ο γαμπρός φοβάται ότι θα τον απορρίψει η γυναίκα που αγαπά όταν μάθει ότι είναι φτωχικής καταγωγής και ότι δούλεψε σαν κλόουν. Δεν συμβαίνει βέβαια τίποτα τέτοιο, πράγμα που προσημαίνεται στον τίτλο. Στο τέλος του διηγήματος τον βλέπουμε να κάνει τα ακροβατικά που έκανε στο τσίρκο, τη γυναίκα του να διασκεδάζει αφάνταστα μ’ αυτά, ενώ ο πεθερός μένει έκπληκτος με αυτό που βλέπει να συμβαίνει στο δωμάτιο των νεόνυμφων.
  Πιο κωμικό όμως είναι το διήγημα «Αίσιο τέλος». Ο ήρωας που θέλει να παντρευτεί κάνει πρόταση τελικά στην προξενήτρα, βλέποντας ότι το εισόδημά της από τα προξενιά δεν είναι καθόλου αμελητέο. Φυσικά αυτή δέχεται.
  Η «Ιτιά» έγινε ταινία από τον ιρανό Sohrab Shahid Saless, όταν πήγε στη Γερμανία, και έχουμε γράψει σχετικά εδώ (τελικά βλέπω ότι αυτή την περίληψη για το IMDb δεν την ενέκριναν).  Να προσθέσουμε ότι σ’ αυτό το διήγημα για πρώτη φορά βλέπουμε ένα quasi μαγικό ρεαλισμό, με την εμφάνιση των δυο φαντασμάτων, του θύτη και του θύματος.
  Το διήγημα «Περιπτώσεις Mania Grandiosa» αναφέρεται στις ιδεοληψίες κάποιων προσώπων, ενώ το τελευταίο διήγημα, «Στην εξορία», μέσα από δυο τραγικές ιστορίες, καταλήγει ο Τσέχωφ στο επιμύθιο ότι πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για κάθε μικρό κομμάτι ευτυχίας που μας τυχαίνει στη ζωή. Άλλοι δεν το έχουν ούτε αυτό.
  Τα τέσσερα μονόπρακτα είναι όλα κωμικά, σε αντίθεση με τα τέσσερα κορυφαία θεατρικά του. Στην «Επέτειο» βλέπουμε δυο αφελείς γυναίκες να έχουν εξαγριώσει μέχρις εσχάτων τον διευθυντή μιας τράπεζας, σε απίστευτες κωμικές σκηνές, που δεν ξέρει πώς να τις ξεφορτωθεί. Η μια από αυτές δεν είναι άλλη από τη γυναίκα του.
  Η «Αρκούδα» είναι ακόμη πιο σπαρταριστό. Ο πιστωτής τσακώνεται με τη χήρα, τόσο πολύ μάλιστα που την προκαλεί σε μονομαχία. Αυτή δέχεται. Θαυμάζοντας το θάρρος της θα την ερωτευτεί. Το μονόπρακτο τελειώνει με τους δυο αντίδικους να φιλιούνται, και τον υπηρέτη να αναφωνεί έκπληκτος όταν τους βλέπει: -Χριστός κι απόστολος.
  «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» είναι μονόλογος. Ο λόγος του ήρωα είναι για τις βλαβερές συνέπειες του καπνού, παραγγελιά της γυναίκας του, όμως αυτός μιλάει για το τι έχει τραβήξει και τραβάει στα χέρια της. Καταλήγει παρακαλώντας τους ακροατές του, αν τους ρωτήσει, να της πουν ότι όντως μίλησε για τις βλαβερές συνέπειες του καπνού.
  Το τέταρτο μονόπρακτο, η «Πρόταση γάμου», είναι κι αυτό ξεκαρδιστικό όπως και η «Αρκούδα». Πριν προλάβει να την ενημερώσει ο πατέρα της για την πρόταση του υποψήφιου γαμπρού, αυτή τσακώνεται μαζί του για περιουσιακά και αυτός φεύγει. Όταν μαθαίνει την πρότασή του τον καλεί πίσω, παραιτείται από την εδαφική διεκδίκηση για να τσακωθεί πάλι μαζί του για το τίνος το σκυλί είναι καλύτερο. Ο πατέρας αγανακτισμένος λέει: -Παντρευτείτε το γρηγορότερο και... άντε στο διάολο!
  Το τέλος είναι ολότελα σπαρταριστό.

ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (ο πεθερός). Φιληθείτε!
ΛΟΜΟΦ: Α; Ποιος; (Φιλιέται με τη Ναταλία Στεπάνοβνα.)
Πολύ όμορφα... Συγγνώμη, τι συμβαίνει; Αχ, ναι, καταλαβαίνω... Η καρδιά μου... αστέρια...
είμαι ευτυχισμένος, Ναταλία Στεπάνοβνα... (Της φιλάει το χέρι.) Το πόδι μου παράλυσε...
ΝΑΤΑΛΊΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Κι εγώ, είμαι κι εγώ ευτυχισμένη...
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Μου ’φυγε ένα βάρος... Ουφ!
ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Ωστόσο συμφωνήστε έστω και τώρα, ο Ουγκαντάι είναι χειρότερος από τον Οτκατάι.
ΛΟΜΟΦ: Καλύτερος!
ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Χειρότερος!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Λοιπόν, τώρα αρχίζει η οικογενειακή ευτυχία! Φέρτε σαμπάνια!
ΛΟΜΟΦ: Καλύτερος!
ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Χειρότερος! Χειρότερος! Χειρότερος!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (προσπαθώντας να καλύψει τις φωνές
τους): Σαμπάνια! Σαμπάνια!
Α ΥΛΑΙΑ

  Αφού είναι τόσο σπαρταριστά στην ανάγνωση μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο σπαρταριστά είναι στη σκηνή. Κάποια τα είδα πριν χρόνια, από την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του Κέντρου Ζωής και Πολιτισμού. Έχω ξεχάσει ποια, θυμάμαι όμως ότι είχα γελάσει πολύ.
 
Άντον Τσέχωφ, Η τέχνη της γραφής (ανθολόγηση Πιέρο Μπρουνέλο, μετάφραση Βασίλης Ντινόπουλος), Πατάκης 2007, σελ. 220

  «Συμβουλές για ένα νέο συγγραφέα» είναι ο υπότιτλος του βιβλίου, καταχρηστικός αλλά πιασάρικος. Εξάλλου παραπέμπει διακειμενικά στο «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» του Ρίλκε. Στην πραγματικότητα πρόκειται για συμβουλές που δίνει ο Τσέχωφ σε κάποιους συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Γκόρκι, με αφορμή κάποια κείμενα, διηγήματα κυρίως, που του έστειλαν. Παράλληλα με τις κριτικές παρατηρήσεις του δίνει και συμβουλές. Τις παρατηρήσεις και τις συμβουλές αυτές αποσπά από τα γράμματά του ο ανθολόγος. Από αυτά τα αποσπάσματα μπορεί να συναγάγει κανείς την ποιητική του.
  Θα το ξαναπώ άλλη μια φορά, η αποτίμηση ενός λογοτεχνικού κειμένου είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ζήτημα γούστου. Επίσης θα το ξαναπώ, κατά τη γνώμη μου. Βρίσκομαι σε αμηχανία να πω σε κάποιον φίλο συγγραφέα που μου εμπιστεύτηκε τα χειρόγραφά του τι είναι κακό· ή, για να ακριβολογήσω, τι δεν μου αρέσει· κι αυτό γιατί, ό,τι δεν αρέσει σε μένα μπορεί να αρέσει σε κάποιον άλλο. Αυτό το έχω διαπιστώσει σε δικά μου κείμενα, για τα οποία έχω δεχθεί αντιτιθέμενες κριτικές. Το μόνο που μπορώ να κάνω χωρίς ενδοιασμό είναι η διόρθωση λαθών, και όχι βέβαια μόνο ορθογραφικών, εκεί δηλαδή που δεν πρόκειται καθόλου για ζήτημα γούστου.
  Αλλά ας πάμε στον Τσέχωφ.
  Γράφει ανάμεσα στα άλλα, κριτικάροντας το διήγημα μιας γυναίκας:
  «Είναι άσχημο όταν η σύζυγος τρέχει μακριά από τον άρρωστο άντρα, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η αρρώστια είναι μεταδοτική και απαίσια».
  Όμως στο δικό του διήγημα «Η αλλοπρόσαλλη» που βρίσκεται στη συλλογή «Να κοιμηθώ» (δεν έγραψα ειδικά γι’ αυτό) παρουσιάζει ακριβώς μια τέτοια γυναίκα. Βέβαια αυτή δεν προβάλλει τη δικαιολογία της μεταδοτικότητας της αρρώστιας, ο ίδιος ο άντρας της όπως και ο γιατρός την προειδοποιούν, όμως εκείνη άλλο που δεν θέλει. Δεν του έχει καμιά εκτίμηση και τον απατάει ασύστολα. Στο τέλος θα συνειδητοποιήσει ότι ο άντρας της δεν ήταν κανένας ασήμαντος άνθρωπος αλλά ένας πολύ αξιόλογος γιατρός που όλοι εκτιμούσαν, και συντριμμένη θα χαϊδεύει το νεκρό του σώμα, χωρίς να φοβάται πια μήπως κολλήσει τη διφθερίτιδα. Μ’ αυτό θέλω να πω ότι όλες οι συμβουλές δεν πρέπει να ακολουθούνται πάντα αδιακρίτως αλλά ότι εξαρτάται από το τι επιδιώκει ο συγγραφέας. Και ο Τσέχωφ εδώ, καθώς το απαιτεί ο στόχος του (να κάνει πιο έντονη την «ιψενική» συνειδητοποίηση για την οποία μιλήσαμε στην προηγούμενη ανάρτηση), δεν διστάζει να παραβιάσει ένα δικό του κανόνα.  
  Στην τρίτη συλλογή διηγημάτων του Τσέχωφ που παρουσιάσαμε σ’ αυτή την ανάρτηση (η δεύτερη ήταν «Η νυφούλα») μιλήσαμε για το λιτό του ύφος. Εδώ βλέπουμε αναλυτικές οδηγίες γραφής οι οποίες οδηγούν σ’ αυτό το ύφος. Παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα:
  «…να μοχθείς γράφοντας, συντομεύοντας και ξαναγράφοντας τέσσερις και πέντε φορές…» (σελ. 68).
  «Μη γράφεις περισσότερα από δυο διηγήματα την εβδομάδα, συντόμευέ τα, ξαναδούλευέ τα, ώστε η δουλειά σου να είναι πραγματικά σωστή» (σελ. 98).
  «Είναι χαρακτηριστική, γενικώς, η ρουτίνα στις περιγραφές: “Η εταζέρα στον τοίχο, με ποικιλόχρωμα βιβλία”. Γιατί να μην πούμε απλώς, Η εταζέρα με τα βιβλία;» (σελ. 110).
  «Κατά τη γνώμη μου, οι περιγραφές της φύσης πρέπει να είναι εξαιρετικά σύντομες και όχι άκαιρες» (σελ. 115).
  «Άλλη μια συμβουλή: διαβάζοντας τις διορθώσεις, διαγράψτε, όπου είναι δυνατό, τους προσδιορισμούς των ουσιαστικών και των ρημάτων» (σελ. 195).
  Στον Γκόρκι γράφει:
  «Φαίνεται ότι δεν με καταλάβατε καλά. Δε σας μίλησα για χοντροκοπιά, παρά μόνο για τη δυσκολία που έχουν οι ξένες λέξεις, μη ρωσικής προέλευσης, ή λέξεις που χρησιμοποιούνται σπάνια», για να προσθέσει παρακάτω, προς επίρρωση αυτού που είπα πιο πάνω για το γούστο:
  «Εδώ, βέβαια, είναι και θέμα γούστου, και ίσως μέσα μου να μιλάει μόνο η περίσσεια οξυθυμία ή ο συντηρητισμός ανθρώπου που από καιρό έχει αποκτήσει καθορισμένες συνήθειες» (σελ. 196).
  Πάντως είμαι περίεργος πώς θα σχολίαζε ο Καζαντζάκης μια τέτοια παρατήρηση.
  Διαβάζουμε:
  «Έχω ακόμα παρατηρήσει ένα φυσικό νόμο: Όσο πιο χαρούμενη είναι η ζωή μου, τόσο πιο σκοτεινά είναι τα διηγήματά μου» (σελ. 45).
  Εγώ θα πρόσθετα: «Και αντίστροφα».
  Διαβάζουμε:
  «Πιάσε κάτι από την καθημερινή ζωή, συνηθισμένο, χωρίς πλοκή και χωρίς τέλος» (σελ. 60).
  Έγραψα για δυο διηγήματα στη «Νυφούλα» ότι μου θύμισαν τα διηγήματα του Τζόυς στους «Δουβλινέζους», που έχουν ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά.
  Μόνο δυο. Τη συμβουλή που δίνει ο ίδιος δεν την ακολουθεί παρά ελάχιστα.   
  Διαβάζουμε:
  «Το καλύτερο απ’ όλα είναι να αποφεύγεις την περιγραφή της ψυχικής κατάστασης των ηρώων… Πρέπει να προσπαθείς ώστε να γίνει αντιληπτή μέσα από τις πράξεις τους» (σελ. 119). Είναι αυτό που είχε θεωρητικοποιήσει ο Χένρι Τζέημς με τη διάκριση ανάμεσα σε telling (τα συναισθήματα) και showing (τις πράξεις), προκρίνοντας το δεύτερο. Την ίδια εποχή περίπου. (Το γράμμα του Τσέχωφ έχει ημερομηνία 10 Μαΐου 1886).
  Διαβάζουμε:
  «… σε όλο το βιβλίο σας απουσιάζει επίμονα η γυναίκα, κι αυτό μόνο τελευταία το αντιλήφθηκα».
  Σε μια κινηματογραφική ταινία αυτό θα ήταν αδιανόητο. Μιλάμε βέβαια για τις χολιγουντιανές, όπου πρέπει να υπάρχει απαραίτητα και σεξ, κυνηγητό με αυτοκίνητα και τουλάχιστον μια πιστολιά.
  Διαβάζουμε:
  «Με επικρίνουν επειδή γράφω μόνο για γεγονότα με περιορισμένο ενδιαφέρον κι επειδή οι ήρωές μου δεν είναι θετικοί» (σελ. 172).
  Πιο πριν έγραψα για πανάκεια. Εδώ πρόκειται για τις επιταγές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που απαιτεί από τον συγγραφέα θετικούς ήρωες. Θυμάμαι πόσο τσακώθηκα παλιά με ένα σύντροφο, στο Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού στο οποίο αναφέρθηκα στην προηγούμενη ανάρτηση, για τον Χόλντεν Κόλφιλντ, τον «Φύλακα στη σίκαλη» του Σάλινγκερ, γιατί δεν ήταν λέει θετικός ήρωας.   
  Και μια τελευταία συμβουλή, που την ακολουθούν πολλοί από τους συγγραφείς που έχω διαβάσει. Θυμάμαι τον Γιάννη Ξανθούλη και τον Γεράσιμο Δενδρινό.
  «Στις χρονολογικές ενδείξεις θα ακολουθούσα άλλη μέθοδο. «Το 1839» στο Γάλλο δε λέει πολλά. Αντ’ αυτού, θα ήταν μάλλον καλύτερο το «Όταν ο Ντοστογέφσκι ήταν είκοσι… χρονών» (σελ. 195).
  Με άλλα λόγια, ο χρονολογικός προσδιορισμός πρέπει να γίνεται έμμεσα, όπως κάνουν οι παραπάνω συγγραφείς, αναφέροντας γεγονότα της εποχής που ξέρουν όλοι, ή τραγούδια της εποχής, κ.λπ.
  Συνειδητά δεν θέλω να αγοράζω πια βιβλία. Έχω πολλά βιβλία μου αδιάβαστα, και δεν ξέρω αν έχουμε πατώσει με την κρίση. Τα διηγήματα του Τσέχωφ είπα να τα διαβάσω στο πρωτότυπο, υπάρχουν στο διαδίκτυο. Διάβασα ένα, δισέλιδο, το «Θάνατο του υπαλλήλου». Τα ρώσικά μου δεν είναι σαν τα αγγλικά μου, μου έφαγε κάποιο χρόνο για να το διαβάσω ψάχνοντας κάποιες λέξεις. Έτσι αποφάσισα να κάνω τη θυσία, να ψάξω να αγοράσω και άλλα διηγήματα στα ελληνικά.
  Ευτυχώς που βρήκα χθες στο «μικρό Μοναστηράκι» ένα μεγάλο, παλιό τόμο, πάνω από 600 σελίδες, με διηγήματα του Τσέχωφ, και έκανε μόνο 10 ευρώ. Ευτυχώς. Γιατί στην Πρωτοπορία δίπλα υπήρχαν οι τρεις τόμοι του Κέδρου, αρκετά ακριβοί. Αγόρασα μόνο την «Τέχνη της γραφής»· κι αυτή γιατί ήταν με 40% έκπτωση, για τα 40 χρόνια της Πρωτοπορίας. Στο ταμείο επέστρεψα την αυτοβιογραφία του Τσέχωφ. Ίσως όμως την αγοράσω και αυτή. Από το διαδίκτυο, όταν θα έχω διάθεση, θα διαβάζω αραιά και πού κανένα από τα διηγήματα που δεν θα έχω διαβάσει στα ελληνικά. Υπάρχουν τόσα άλλα βιβλία ακόμη που θα ήθελα να διαβάσω.

Άντων Τσέχωφ, Διηγήματα (μετ. Κυριάκος Σινόπουλος και Ε. Ανδρουλιδάκης), Βιβλιοθήκη για όλους, 1968

  Αφού ενθουσιάστηκα με τον Τσέχωφ (έκανα ήδη πέντε σχετικές αναρτήσεις) αγόρασα από παλαιοπωλείο ένα ακόμη τόμο με διηγήματά του, δεμένο, 10 ευρώ. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δυο βιβλία που δέθηκαν σε ένα τόμο, 300 τόσες σελίδες το κάθε ένα. Το δεύτερο, με ένα πρόλογο που υπογράφει ο μεταφραστής το 1962, προφανώς προηγείται χρονικά από το πρώτο, το οποίο φέρει ως χρονολογία έκδοσης το 1968.
  Χιουμοριστικός, σατιρικός, σαρκαστικός, αλλά και μελαγχολικός έως δραματικά τραγικός, ο Τσέχωφ είναι από τους κορυφαίους της διηγηματογραφίας. Το διαπίστωσα αργά, αλλά, όπως λέει και η παροιμία, κάλιο αργά παρά ποτέ.
  Δεν θέλω να επαναλαμβάνομαι γράφοντας τα ίδια που έγραψα και στις προηγούμενες αναρτήσεις, γι’ αυτό θα περιοριστώ σχολιάζοντας αποσπάσματα.
  Ο πρώτος τόμος ξεκινάει με ένα εκτενές διήγημα, στην πραγματικότητα μια νουβέλα, τον «Θάλαμο 6».
  Ο «Θάλαμος 6» είναι ο θάλαμος των τρελών. Ο γιατρός Αντρέι Εφίμιτς τους περιθάλπει. Από αυτούς ξεχωρίζει τον Ιβάν Ντμίτριτς, έναν μορφωμένο νέο που σκληρά κτυπήματα της μοίρας τον οδήγησαν στην ψυχολογική του κατάρρευση. Ο γιατρός που κάνει μια μονήρη ζωή τον επισκέπτεται συχνά, καθώς στην μικρή επαρχιακή πόλη που ζει δεν μπορεί να συναντήσει άλλον εξίσου πνευματώδη συνομιλητή. Μέσα από τις συνομιλίες τους ο Τσέχωφ εκθέτει αντιλήψεις για τα θεμελιώδη μεταφυσικά και υπαρξιακά προβλήματα που απασχολούν κατά καιρούς τους ανθρώπους, τις οποίες δεν θα μπορούσε να εκθέσει, τουλάχιστον τόσο εκτενώς, στα μικρότερα διηγήματά του, που η έκτασή τους σπάνια ξεπερνάει τις πέντε σελίδες. Έτσι διαβάζουμε για την αθανασία αλλά και για την στωική αυτάρκεια, για τα ανθρώπινα πεπρωμένα αλλά και για τη μοναξιά.
  Η μοναξιά δεν είναι μια αναπόδραστη υπαρξιακή συνθήκη όπως θέλουν οι υπαρξιστές φιλόσοφοι αλλά μια κατάσταση μακαριότητας. Δεν ξέρω κατά πόσο ο Τσέχωφ συνηγορούσε με τον ήρωά του, πάντως γράφει τις παρακάτω ιερόσυλες γραμμές:
  «Ο γιατρός σκέφτηκε πως ο Εωσφόρος είχε προδώσει το Θεό από τη λαχτάρα του για τη μοναξιά. Οι άγγελοι πετούσαν όλοι τσούρμο και δεν μπορούσαν να χαρούν αυτή την ψυχική μακαριότητα» (σελ. 67).
   Όμως αυτή η μοναξιά έχει πλήξει την ψυχική ισορροπία του γιατρού. Οι άλλοι αρχίζουν να βλέπουν με καχυποψία αυτά τα πολύωρα ξεμοναχιάσματα με τον τρελό. Το αποτέλεσμα είναι να καταλήξει και ο ίδιος τρόφιμος στον θάλαμο 6.
  Δεν αποκλείεται να επηρεάστηκε, συνειδητά ή ασυνείδητα, από αυτό το διήγημα ο Ken Kesey, που πάνω στο μυθιστόρημά του και τη θεατρική του διασκευή στηρίχτηκαν οι σεναριογράφοι για να γράψουν το σενάριο της «Φωλιάς του κούκου» που γύρισε ο Μίλος Φόρμαν.
  Ένα άλλο απόσπασμα το έχουμε σχολιάσει σε ξεχωριστή ανάρτηση με τίτλο «Περί σκέψεων, αποφθεγμάτων, ευφυολογημάτων και ρητών»· στην οποία ξέχασα να παραθέσω ένα άλλο απόσπασμα, από άλλο διήγημα όμως, που το ανάρτησα μάλιστα στον τοίχο μου στο facebook: «Η ανδρική λογική ποτέ δεν μπορεί να πει την τελευταία λέξη με τις γυναίκες» (σελ. 231).
  Ένα από τα εκτενή διηγήματα είναι και η «Βέροτσκα». Κινείται μέσα στο κλίμα των μετέπειτα μεγάλων θεατρικών έργων του, αυτό της frustration, της απογοήτευσης. Εσωτερικές αναστολές εμποδίζουν τον ήρωά μας να ανταποκριθεί άμεσα στην αγάπη της Βιέρας. Θα επιχειρήσει να το κάνει, λίγη ώρα μετά, πηγαίνοντας σπίτι της.
  «Μονάχα αυτό το σκυλί τον είδε να γυροφέρνει δυο φορές στο σπίτι, να στέκεται κάτω από το σκοτεινό παραθύρι της Βιέρας, και ύστερα με μια μελαγχολική χειρονομία που έδειχνε απελπισία και εγκατάλειψη μαζί, να βγαίνει από τον κήπο με ένα βαθύ αναστεναγμό» (σελ. 210). Αμλετικά (ή μήπως μικροαστικά;) διστακτικός, δεν βρήκε το θάρρος να της κτυπήσει την πόρτα, να πάρει τη μεγάλη απόφαση.
  Διαβάζοντάς το σε κάποιο σημείο σταμάτησα. Θυμήθηκα. Ήταν ένα από τα κείμενα που είχε το «Russian without toil» που διάβαζα φοιτητής, μαθαίνοντας ρώσικα. Το πήρα από τη βιβλιοθήκη μου και ξαναδιάβασα το απόσπασμα στο πρωτότυπο. Είναι το κορυφαίο σημείο του διηγήματος όπου η Βιέρα εξομολογείται τον έρωτά της. Θυμάμαι πόσο με είχε συγκινήσει.
  Πριν χρόνια έγραψα ένα συγκριτολογικό μελέτημα με τίτλο «Ο Επικήδειος του Ιωάννη Κονδυλάκη και Οι δυο θάνατοι του Ιωακείμ-κραυγή του νερού του Ζόρζε Αμάντο». Κρίμα που δεν είχα υπόψη μου τον «Επικήδειο» του Τσέχωφ, ένα μικρό, αλλά εξίσου σπαρταριστό διήγημα με αυτό του Κονδυλάκη.
  Καλούν τον Γρηγόριο Πέτροβιτς να ψάλει τον επικήδειο ενός γραμματέα. Είναι ξεφτέρι στους δεκάρικους και με μεγάλη προθυμία ανταποκρίνεται στις προσκλήσεις. «Ο αμείλικτος και ανοικτίρμων θάνατος έθεσεν επ’ αυτού την κατεσκληκυίαν χείρα του και τον αφήρπασεν ασπλάχνως εν πλήρει ακμή και εργατικότητι… Ω! ανεπανόρθωτος απώλεια! Τις θα τον αντικαταστήσει; Καλούς υπαλλήλους βεβαίως έχομεν πολλούς, αλλ’ ο Προκόπης Όσηπιτς ήταν μοναδικός…» (σελ. 266).
  Κάποιο σούσουρο στο ακροατήριο δεν τον ανησύχησε ιδιαίτερα, όταν όμως διέκρινε ανάμεσα στον κόσμο και τον Προκόπη Όσηπιτς, αναφώνησε με «έκφραση φρίκης»: «Μωρέ αυτός είναι ζωντανός!».
  Είχε γίνει λάθος. Για άλλον γραμματέα επρόκειτο. Αυτός τον οποίο γνώριζε ο Πέτροβιτς και για τον οποίο εκφωνούσε τον επικήδειο είχε μετατεθεί σε άλλη υπηρεσία, και ήταν τώρα παρών στην κηδεία του γραμματέα που τον αντικατέστησε.
  Και, όπως και ο ήρωας του Κονδυλάκη, για να γλιτώσει το ξύλο «τόβαλε στα πόδια» (σελ. 226).
  «-Σκυλί!... Κοπρίτη!... Εγώ νόμιζα πως σ’ είχα παραχώσει στον τάφο, και συ ζεις ακόμα!... βλαστημούσε στο δρόμο.
  Κι έτρεχε… έτρεχε σαν δαιμονισμένος» (σελ. 227).
  Διαβάζω:
  «Τι να σας πω, η γυναίκα δεν είναι άνθρωπος» (σελ. 253).
  Σε μια ανάρτηση που έκανα για μια ιρανική ταινία αναφέρομαι στις τρεις προσευχές του Θαλή, τις οποίες έλεγα κάθε φορά που ήθελα να πειράξω κάποιες φίλες (δεν θα τολμούσα να το κάνω σε μη φίλες, θα ήταν επικίνδυνο).  –Θεέ μου, σε ευχαριστώ που με έκανες άνθρωπο και όχι ζώο. –Θεέ μου, σε ευχαριστώ που με έκανες έλληνα και όχι βάρβαρο. –Θεέ μου, σε ευχαριστώ που με έκανες άνδρα και όχι γυναίκα.
  Δεν έλεγα μόνο αυτές. Έλεγα και μια παροιμία που είχα διαβάζει στη ρωσική μέθοδο που ανέφερα παραπάνω. «Κούριτσα νιε πτίτσα, α μπάμπα νιε τσελοβιέκ».
  Έσπαγα πλάκα με το αμήχανο βλέμμα τους. –Άντε, μετάφραζε, τι μας το λες στα ρώσικα. Εγώ, αφού έκανα για λίγο το δύσκολο, μετέφραζα: «Η κότα δεν είναι πουλί, και η γυναίκα δεν είναι άνθρωπος», έτοιμος να το βάλω κι εγώ στα πόδια, αν η αγανάκτησή τους πήγαινε να ξεπεράσει τη γλωσσική έκφραση.
  Και πάμε στον δεύτερο τόμο.
  Διαβάζουμε:
  «Πού έμαθε να διαλέγει τα ωραία καπέλα και ποιος τον έμαθε πώς να ντύνεται σύμφωνα με τη μόδα και να λέει Ναταλία αντί για Νατάσα;» (σελ. 138).
  Στην Ελλάδα το Νατάσα είναι υποκοριστικό του Αναστασία. Έτσι νόμιζα ότι η Νατάσα, η αδελφή της Σβετλάνας, της δασκάλας μου στα ρώσικα, ήταν Αναστασία. Πέρασαν χρόνια πριν μάθω ότι το όνομά της ήταν Ναταλία. Παρεμπιπτόντως, πιο πριν διάβασα σε υποσημείωση ότι το Μάνια είναι υποκοριστικό του Μαρία.
  Διαβάζουμε:
  «Η βότκα είναι φτιαγμένη για να πίνεται και ο αστακός για να τρώγεται, οι γυναίκες είναι φτιαγμένες για τον έρωτα και το χιόνι για να περπατάμε πάνω του» (σελ. 209).
  Και θυμήθηκα:
  «Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!».
  Δεν έχω καθόλου καλό θυμητικό, το υφολογικό σχήμα είναι που θυμήθηκα καθώς και δυο τρεις στίχους, ανάμεσα στους οποίους και ο τελευταίος με το εφέ του απροσδόκητου, με την έλλειψη ημιστίχιου. Το παραπάνω απόσπασμα το έκανα αντιγραφή και επικόλληση από το διαδίκτυο.
  Γι’ αυτούς που δεν το ξέρουν, είναι από το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Ελύτη. (Νομίζω δεν χρειάζεται να γράψω και του Οδυσσέα, ή μήπως;).
  Μπορεί να μην έχω καλό θυμητικό, θυμάμαι όμως ανέκδοτα.
  Ένας κρητικός που ήλθε να δει το γιο του στην Αθήνα πηγαίνει στο περίπτερο να πάρει τσιγάρα. –Δώσε μου ένα πακέτο Καρέλια και γράψε το, λέει στον περιπτερά. – Εμείς εδώ κουμπάρε δε γράφουμε, του λέει αυτός. –Μπράβο, θυμητικό που το ’χετε!!!!, σχολιάζει με θαυμασμό ο κρητικός.
  Σίγουρα δεν είναι ο καλύτερος τρόπος να τελειώσει κανείς μιλώντας για τον Τσέχωφ με ένα κρητικό ανέκδοτο, όμως εγώ έτσι θα τελειώσω.
 
Άντων Τσέχωφ, Διηγήματα, Το Βήμα, 2009, σελ. 326

  Ξαφνικά ενθουσιάστηκα με τον Τσέχωφ, διάβασα ό,τι μπόρεσα να βρω,  αγόρασα κιόλας, και εντελώς απροσδόκητα διαπίστωσα ότι είχα και ένα τόμο με τα καλύτερα διηγήματά του. Ήταν στη σειρά του Βήματος με τους ρώσους λογοτέχνες, την οποία είχα αγοράσει όλη, πριν ξεσπάσει η κρίση. Πρόκειται για μια επιλογή από δυο τόμους που είχαν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ροές.
  Το πρώτο διήγημα, «Η στέπα», είναι ένα road story, αρκετά εκτενές. Είναι μια λυρική περιγραφή της ρώσικης στέπας την οποία κάνει ο συγγραφέας παρακολουθώντας τον μικρό Γεγκόρουσκα στην πορεία του προς μια μακρινή πόλη, όπου πηγαίνει για να φοιτήσει στο γυμνάσιο.
   «Αργότερα, όταν αφουγκράστηκε πολύ προσεχτικά, του φάνηκε ότι τραγουδούν τα χόρτα. Με αυτό το λυπητερό και ειλικρινές τραγούδι χωρίς λόγια, τα χόρτα, ετοιμοθάνατα, ξεγραμμένα ήδη, προσπαθούσαν να πείσουν κάποιον ότι δεν φταίνε σε τίποτα, ότι ο ήλιος τα έκαψε άδικα, διαβεβαίωναν ότι ποθούν να ζήσουν, ότι είναι ακόμα νέα και ότι θα ήταν όμορφα αν δεν ήταν αυτή η ζέστη και η ξηρασία. Και, παρόλο που δεν έφταιγαν, ζητούσαν συγγνώμη και ορκίζονταν ότι πονούν αβάσταχτα, ότι είναι θλιμμένα και λυπούνται τον εαυτό τους…» (σελ. 24).
  Και πιο κάτω:
  «Μόλις δύσει ο ήλιος και το σκοτάδι σκεπάσει τη γη, η θλίψη της μέρας ξεχνιέται, όλα συγχωρούνται και η στέπα αναστενάζει απαλά με το πλατύ στήθος της. Ίσως επειδή τα χόρτα δεν βλέπουν μες στο σκοτάδι το μαρασμό τους, μέσα τους ξεσηκώνεται μια χαρούμενη, νεανική φασαρία που δεν υπάρχει τη μέρα. Ο τριγμός, ο συριγμός, το γρατσούνισμα, οι βαθύφωνοι, οι τενόροι, οι υψίφωνοι της στέπας-όλα αυτά συγχέονται μέσα σε ένα αδιάκοπο, μονότονο βούισμα που ακούγοντάς το βυθίζεσαι στις αναμνήσεις και αισθάνεσαι θλίψη…» (σελ.49).
  Στο επόμενο διήγημα «Ο μαύρος καλόγερος» διαβάζουμε:
  «…Αφού τώρα οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι η ιδιοφυία συγγενεύει με την παραφροσύνη. Φίλε μου, ψυχικά υγιείς και φυσιολογικοί είναι μονάχα οι μέτριοι, ο όχλος» (σελ. 139.
  Αυτά τα λέει ένα φάντασμα, ο μαύρος καλόγερος, που παρουσιάζεται στην εξημμένη φαντασία του Κοβρίν. Η απόλυτη νευρική κατάρρευση και ο θάνατος έρχονται στη συνέχεια. Μετά το «Θάλαμο 6» είναι το δεύτερο διήγημα που Τσέχωφ που διαβάζουμε στο οποίο αναφέρεται σε μια ψυχοπαθολογική περίπτωση.
  Για την «Κυρία με το σκυλάκι» έχουμε ήδη γράψει, μια και το διαβάσαμε σε άλλη συλλογή.
  Στο «Βασίλειο των γυναικών», ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα, διαβάζουμε: «…περιφρονούσε τους φτωχούς, και όλους όσους έρχονταν για να ζητήσουν κάποια χάρη…» (σελ. 195). Το παραθέτω γιατί όλο και πιο σπάνια συγγραφείς και μεταφραστές χρησιμοποιούν στον γραπτό λόγο την έλξη του αναφορικού, την οποία χρησιμοποιούμε στον προφορικό λόγο. Εμείς οι αμαθείς.
  Στο ίδιο διήγημα μαθαίνουμε για τον θαυμασμό που έτρεφε ο Τσέχωφ για τον Μωπασάν. Δεν αναφέρεται ξεχωριστά στον «Φιλαράκο», τον οποίο θαυμάσαμε κι εμείς. Όσο για τον Τουργκένιεφ, «τον τραγουδιστή της παρθενικής αγάπης και της αγνότητας, της νιότης και του μελαγχολικού ρωσικού τοπίου» (σελ. 213) ο Λίσεβιτς, ένα από τα πρόσωπα του διηγήματος, τον λάτρευε. Σίγουρα είναι porte-parole του δημιουργού του.
  Κι εμείς λατρέψαμε τον «τραγουδιστή της παρθενικής αγάπης», και γράψαμε μια μικρή συγκριτολογική μελέτη με τίτλο «Η πρώτη αγάπη στον Κονδυλάκη και τον Τουργκένιεφ».
  Ο Λίσεβιτς δεν είναι ο κεντρικός χαρακτήρας. Κεντρικός χαρακτήρας είναι η Άννα Ακίμοβνα, μια μεγαλοαστή κληρονόμος ενός εργοστασίου, η οποία τελικά βρίσκεται παγιδευμένη στη ζωή που της υπαγορεύεται ως πλούσια κληρονόμος με επιχειρηματικές ευθύνες.
  Το ίδιο παγιδευμένος είναι και ο Λάπτεβ στο τελευταίο διήγημα «Τρία χρόνια», όταν αναγκάζεται να αναλάβει την εμπορική επιχείρηση του πατέρα του, ο οποίος έχει γεράσει και έχει σχεδόν τυφλωθεί, ενώ ο αδελφός του, καταρρέοντας ψυχολογικά, έχει πεθάνει στο άσυλο από ανίατη ασθένεια. Άλλα η ψυχή του λαχταρούσε, όπως θα έλεγε και ο Καβάφης. Όμως μέσα στη μεγαλοαστική ρουτίνα της ζωής του θα καταφέρει τελικά να κερδίσει μια κάποια αγάπη από τη γυναίκα του, η οποία τον παντρεύτηκε χωρίς να τον αγαπά.
  Φέτα ζωής είναι αυτό το εκτενές διήγημα καθώς, χωρίς σασπένς, μας παρουσιάζει τις ζωές τόσο των αφεντικών όσο και των υπαλλήλων τους. Μαθαίνοντας κάτω από τι εξαθλιωμένες συνθήκες ζούσαν δεν απορούμε για την επιτυχία της οκτωβριανής επανάστασης.
  Διαβάζουμε:
  «…ένας Θεός ξέρει γιατί πάντα μετανιώνουμε για κάτι, πάντα λαχταράμε κάτι…» (σελ. 310).
  Οι περισσότεροι ήρωες του Τσέχωφ σχεδόν πάντα αμφιταλαντεύονται στις αποφάσεις τους, σχεδόν πάντα μετανιώνουν (τόσο ο Λάπτεβ όσο και η γυναίκα του έχουν μετανιώσει που παντρεύτηκαν, όπως και ο Αγκνιόφ στη «Βέροτσκα», που δεν ανταποκρίθηκε αμέσως στην αγάπη της παρά όταν ήταν πια αργά). Η απογοήτευση και η έλλειψη κάθε ελπίδας τους χαρακτηρίζει επίσης. «Όπως κι να ’χει το πράγμα θα αναγκαστούμε να αποχαιρετίσουμε κάθε σκέψη για ευτυχία… Δεν υπάρχει. Δεν την ένιωσα ποτέ, και υποθέτω ότι δεν υπάρχει καν. Κι όμως, μια φορά στη ζωή μου ένιωσα ευτυχισμένος, όταν καθόμουν τη νύχτα κρατώντας το παρασόλι σου» (σελ. 320), λέει ο Λάπτεβ στη γυναίκα του.
  Και θυμήθηκα μια μαντινιάδα που άρεσε πολύ στον Μανόλη τον Πρατικάκη, και μας την είπε σε μια μάζωξη στο σπίτι του:
  Η ευτυχία είντα θαρρείς πως είναι κατά βάθος;
  Λίγες στιγμές απ’ τη ζωή που κάνει ο πόνος λάθος.
  Και οι τρεις μεταφραστές – Ολέγ Τσυμπένκο και Μζία Εμπραλίτζε για τα τρία πρώτα διηγήματα και Νάνσυ Κουβαράκου για τα δυο τελευταία - είναι πάρα πολύ καλοί. Βρήκα ένα μόνο, έλασσον, μεταφραστικό ατόπημα: «πήγαν στο Μικρό Θέατρο» (σελ. 282). Το θέατρο Μάλι (Малый театр στο πρωτότυπο) κουβαλάει μια μεγάλη ιστορία, και θα έπρεπε να μείνει κατά τη γνώμη μου αμετάφραστο, όπως δεν μεταφράζουμε και το Μπολσόι σε Μεγάλο.  

Άντον Τσέχωφ, Ψυχούλα (μετ. Μαρία Τσαντσάνογλου), Το ροδακιό 1995, σελ. 44

  Το βιβλίο το πήραμε με ανταλλαγή, στα πλαίσια του εορτασμού για την ημέρα του βιβλίου (23 Απριλίου) από τη βιβλιοθήκη της Μορφωτικής Στέγης Ιεραπέτρας.
  Το διήγημα το έχω ξαναδιαβάσει. Ήταν σε κάποιον από τους τόμους με διηγήματα του Τσέχωφ, με τον οποίο είχα καταπιαστεί πριν κάμποσους μήνες. Το ξαναδιάβασα όμως ευχαρίστως, όχι μόνο διότι είναι Τσέχωφ αλλά και γιατί υπάρχει στη συνέχεια ένα κείμενο του Τολστόι για αυτό το διήγημα, κείμενο που με κάνει να αναρωτηθώ ακόμη μια φορά πάνω στο ζήτημα της πρόσληψης.
  Η «Ψυχούλα» είναι μια απλοϊκή κοπέλα, πολύ καλόψυχη, αλλά χωρίς δική της προσωπικότητα. Είναι το «αντηχείο» του συζύγου της: του θεατρικού επιχειρηματία αρχικά, και όταν αυτός πεθαίνει του υπεύθυνου της ξυλαποθήκης ενός μεγαλέμπορου, τον οποίο παντρεύεται. Το θέατρο το έχει ξεχάσει. Όταν πεθαίνει και αυτός τα φτιάχνει με τον κτηνίατρο, και οι κουβέντες της πια περιστρέφονται γύρω από τις αρρώστιες των ζώων.
  «Επαναλάμβανε τις απόψεις του κτηνίατρου και τώρα είχε για όλα τα θέματα την ίδια γνώμη μ’ αυτόν. Ήταν ολοφάνερο ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αφοσίωση ούτε ένα χρόνο…» (σελ. 19).
  Αυτόν στον οποίο θα αφοσιωθεί στη συνέχεια είναι ο γιος του, αλλά θα τον χάσει όταν θα τον διεκδικήσει η μητέρα του. Όμως ευτυχώς της μένει ο κτηνίατρος. «Δόξα τω Θεώ», σκέπτεται.
  Ο Τολστόι, πριν σχολιάσει το διήγημα, παραθέτει μια ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη. Ο Βαλαάμ, αντί να καταραστεί τον λαό του Ισραήλ όπως του ζήτησε ο Βαλάκ, τον ευλόγησε.
  «Ο συγγραφέας», λέει ο Τολστόι, «ήθελε προφανώς να περιγελάσει αυτό το αξιολύπητο πλάσμα – καθώς το έκρινε με το μυαλό και όχι με την καρδιά – αυτή την Ψυχούλα…» (σελ. 32), ενώ πιο κάτω «Ο Βαλάκ της κοινής γνώμης κάλεσε τον Τσέχωφ να καταραστεί την αδύνατη, την υποταγμένη, την καθυστερημένη γυναίκα, που είναι αφοσιωμένη στον άνδρα, και ο Τσέχωφ ανέβηκε στο βουνό, και τα μοσχάρια και τ’ αρνιά ήταν επάνω στο βωμό, μα όταν άρχισε να μιλά, ο συγγραφέας ευλόγησε αυτό που σκόπευε να καταραστεί» (σελ. 33).
  Αυτό θυμίζει τον «θρίαμβο του ρεαλισμού» στον Μπαλζάκ για τον οποίο μιλάει ο Έγκελς. Ο αντιδραστικός στις πολιτικές του απόψεις αλλά ρεαλιστής Μπαλζάκ δεν μπορεί παρά να περιγράψει με ακρίβεια την αστική τάξη. (Εγώ όμως δεν θα συμφωνήσω με τον Έγκελς. Ο Μπαλζάκ δεν περιγράφει ρεαλιστικά, με μελανά χρώματα, την αστική τάξη αν και αντιδραστικός, αλλά κριτικάρει συνειδητά τον άξεστο αστό σε σχέση με τον καλλιεργημένο αριστοκράτη, τον οποίο έχει καταφέρει να διαβρώσει. Κάνει κριτική από δεξιά, όχι από αριστερά. Ήταν αντιδραστικός ως οπαδός της παλιάς αριστοκρατίας και όχι της αστικής τάξης. Ένας από τους αστούς του ήταν και ο νεόπλουτος πατέρας της «Ευγενίας Γραντέ», που από νερουλάς κατάφερε να γίνει πολύ πλούσιος).
  Όχι, δεν με παρασύρει η παρομοίωση που κάνει, αρκετά έξυπνα πρέπει να πούμε, ο Τολστόι. Αντίθετα προσυπογράφω αυτά που γράφει η μεταφράστρια στο  τέλος των «Σημειώσεών» της.
  «Κάτω από την επίδραση του κυρίαρχου κοινωνικού κλίματος των ημερών ο Λέων Τολστόι έδωσε την πρωτότυπη φεμινιστική, ή αντιφεμινιστική, ερμηνεία του στην Ψυχούλα, μιαν ερμηνεία με την οποία δύσκολα θα συμφωνούσε ο σημερινός αναγνώστης, πολύ λιγότερο ο ίδιος ο συγγραφέας του. Όπως κι αν είναι, χάρη στη μαεστρία του Αντόν Τσέχωφ να ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, το διήγημα αυτό, ένα από τα δημοφιλέστερα του ρώσου συγγραφέα, επιδέχεται σίγουρα πολλές ερμηνείες» (σελ. 44).

  Για το «πολλές ερμηνείες» διαφωνώ, συμφωνώ όμως ότι το διήγημα είναι κωμικοτραγικό και όχι απλά χιουμοριστικό, χαρακτηρισμό που του έδωσε ο Τσέχωφ σε μια επιστολή του, όπως αναφέρει η μεταφράστρια σε μια υποσημείωση. Ναι, η Ψυχούλα είναι κωμικοτραγική, όπως και ο δον Κιχώτης.
Post a Comment