Book review, movie criticism

Thursday, December 21, 2017

Thomas Mann (1875-1955)

Thomas Mann (1875-1955)


Τόμας Μαν, Ρίχαρντ Βάγκνερ, Θάνατος στη Βενετία, Τόνιο Κρέγκερ

Τόμας Μαν, Ρίχαρντ Βάγκνερ (μετ. Μαρία Αγγελίδου), Αιγόκερως 1993, σελ. 125

  Όταν ένας τόοοοσο μεγάλος συγγραφέας γράφει για ένα τόοοοσο μεγάλο συνθέτη, δεν μπορεί παρά να μας προκαλεί το ενδιαφέρον. Ή μάλλον πρέπει, αφού το βιβλίο, στη μοναδική του έκδοση του 1993, το βρήκα στις ευκαιρίες της Πρωτοπορίας (παρεμπιπτόντως, ανακάλυψα ότι το είχα αγοράσει δυο φορές, και όταν πήγα να το επιστρέψω μου είπαν ότι δεν επιστρέφονται οι προσφορές. 2 ευρώ και 2.95 για το βιβλίο του Ραφαηλίδη για τον Αγγελόπουλο, που κι αυτό το είχα αγοράσει δυο φορές, δεν είναι πολλά λεφτά, αλλά είναι πεταμένα, κι έτσι αποφάσισα να σταματήσω το book-shopping therapy στην Πρωτοπορία. Έτσι κι αλλιώς έχω ένα σωρό άλλα αδιάβαστα).
  Το βιβλίο αποτελείται από ένα σύντομο κείμενο, μόλις τεσσάρων σελίδων, που έγραψε ο Τόμας Μαν το 1911, και ένα πολύ πιο εκτενές που γράφηκε το 1933, τη χρονιά που οι ναζί κατέλαβαν την εξουσία (μέσα στις 125 σελίδες είναι και μερικές ολοσέλιδες φωτογραφίες).
  Υπάρχει μια τρομακτική διαφορά ανάμεσα στα δυο κείμενα, που δεν έχει να κάνει με την έκταση. Στο πρώτο ο Τόμας Μαν στέκεται ολότελα κριτικά στον Βάγκνερ. Του αρέσει ο Βάγκνερ, γι’ αυτό άλλωστε γράφει το κείμενο, αλλά δεν πιστεύει στο μεγαλείο του. Είναι πολύ συνηθισμένο να προφητεύουμε για τους αστέρες της εποχής μας ότι η δόξα τους δεν θα διαρκέσει, ότι είναι εφήμερη, πράγμα που όντως συμβαίνει πολλές φορές. Έτσι ο Τόμας Μαν Γράφει: «Νομίζω μάλιστα ότι στο στερέωμα του γερμανικού πνεύματος το άστρο του Βάγκνερ οδεύει προς τη δύση του» (σελ. 8), ενώ καταλήγει: «Αν πάλι σκεφτώ τα αριστουργήματα του 20ου αιώνα, διακρίνω κάτι που διαφοροποιείται ουσιαστικά και, όπως νομίζω, με προνομιακό τρόπο, από το βαγκνερικό έργο… κάτι που δεν αναζητεί το μεγαλείο του στο κολοσσιαίο του μπαρόκ, ούτε την ομορφιά στην έκσταση-έναν νέο κλασικισμό που μου φαίνεται ότι πρόκειται σύντομα να γεννηθεί. Παρ’ όλα αυτά, κάθε φορά που απροσδόκητα κάποιος τόνος, κάποια χαρακτηριστική μελωδία από το έργο του Βάγκνερ φτάνει στ’ αυτιά μου, ριγώ από χαρά, ένα είδος νοσταλγίας για την πατρίδα μου και για τη νιότη μου πλημμυρίζει την καρδιά μου, κι όπως άλλοτε, υποκύπτω στην έξυπνη, αισθησιακή, νοσταλγική και λεπταίσθητη σαγήνη του» (σελ. 9-10).
  Το δεύτερο κείμενο, γραμμένο 22 χρόνια αργότερα, είναι ένας διθύραμβος για την βαγκνερική μουσική. Αλλά για τη μουσική μόνο. Τα θεωρητικά κείμενα που έγραψε ο Βάγκνερ για να στηρίξει τη μουσική του τα θεωρεί κατώτερης ποιότητας. Επίσης στέκεται κριτικά στην αντίληψη του Βάγκνερ για το Gesamtkunstwerk, το συνολικό έργο τέχνης που παντρεύει τις διάφορες τέχνες. Γράφει ο Μαν: «Τι να την κάνω αυτήν την άθροιση μουσικής, λόγου, ζωγραφικής και μιμικής, που διατείνεται ότι αποτελεί την μόνη αλήθεια, την μόνη εκπλήρωση του καλλιτεχνικού ιδεώδους;… Η τέχνη είναι ολοκληρωμένη και τέλεια σε καθεμιά από τις μορφές της. Δεν είναι απαραίτητο να αθροίσουμε τα είδη της, για να την ανυψώσουμε και να τη θεωρήσουμε τέλεια» (σελ. 31-32). Θα συμφωνήσουμε με το «δεν είναι απαραίτητο». Ο Μαν όμως ξεχνάει ότι η αρχαία ελληνική τραγωδία ήταν ακριβώς αυτό, ένα Gesamtkunstwerk, και μάλλον θα αγνοεί ότι τέτοιο είδος είναι και η όπερα του Πεκίνου. Βέβαια ο Βάγκνερ απέτυχε στη φιλοδοξία του, η μουσική έχει πάλι τον κυρίαρχο ρόλο όπως και σε κάθε άλλη όπερα, όμως ήλθε μια μορφή τέχνης αργότερα που πραγματοποίησε το ιδανικό του, η έβδομη τέχνη, που είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα Gesamtkunstwerk (αν δεν είχα κάνει τα πρόσφατα διαβάσματα για τον κινηματογράφο, αυτό θα μου είχε ξεφύγει). Λόγος, μουσική, ζωγραφική (ποίηση της εικόνας) όρχηση, βρίσκονται σε πολύ καλύτερες αναλογίες από ότι στο θέατρο.
  Ο Τόμας Μαν γράφει για τη μουσική του Βάγκνερ ανάμεσα στα άλλα και αυτό: «Ο γενικός ψυχικός χαρακτήρας της μουσικής του Βάγκνερ είναι βαρύς από την απαισιοδοξία, αργόσυρτος από τον έντονο πόθο, λαχανιασμένος από το κομμάτιασμα του ρυθμού. Παλεύει μέσα στο σκοτάδι και στο χάος για να φτάσει στη σωτηρία μέσω της ομορφιάς. Είναι η μουσική μιας ψυχής φορτωμένης που λυγίζει κάτω από το βάρος που κουβαλάει…» (σελ. 48).
  Ο Τόμας Μαν όμως, πέρα από τις εύστοχες παρατηρήσεις του πάνω στη μουσική του Βάγκνερ, μας δίνει και το πορτραίτο ενός βασανισμένου ανθρώπου που συγκινεί. Διαβάζουμε: «Είναι ένας άνθρωπος που βρίσκεται συχνά-πυκνά στα έσχατα όρια της εξάντλησης και της κατάρρευσης. Ένας άνθρωπος που δεν είναι παρά σπάνιες φορές καλά. Μελαγχολικός και δύσθυμος, υποφέρει από χρόνια αϋπνία και δυσκοιλιότητα, πονάει διαρκώς. Στα τριάντα του έχει τέτοια χάλια, που πολλές φορές κάθεται και κλαίει για ένα τέταρτο της ώρας» (σελ. 55)
  Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ένα αντίβαρο στην κατάθλιψή του. «…ένα πρωινό χωρίς δουλειά είναι ένα πρωινό στην κόλαση», γράφει σε μια επιστολή (σελ. 98).
  Κάτι που μου άρεσε στο κείμενο του Τόμας Μαν, γιατί το κάνω κι εγώ συχνά στις βιβλιοκριτικές μου και στα κείμενα που γράφω για ταινίες, είναι η συγκριτολογική προσέγγιση την οποία κάνει στην αρχή του δοκιμίου του, συγκρίνοντας τον Βάγκνερ με τον Τολστόι και τον Ίψεν. Στη συνέχεια ο Μαν μιλάει πολύ για την ψυχολογική διάσταση του έργου του.
  Μιλάει όμως και για τις μικρότητές του: «Όταν ο Βάγκνερ άφηνε τον εαυτό του να φερθεί σαν παιδί και πετούσε θυμωμένος από το πιάνο κάποια παρτιτούρα του Μπραμς, από ζήλια και εγωισμό, ο Νίτσε υπέφερε πληγωμένος κι έλεγε: -Τη στιγμή εκείνη ο Βάγκνερ είχε χάσει όλο του το μεγαλείο» (σελ. 70).
  Το ίδιο και ο Τερέντιος, ο λατίνος κωμωδιογράφος, που είπε τη φράση «pereant qui ante nos nostra dixerunt», ας χαθούν αυτοί που είπαν τα δικά μας πριν από μας, φράση που, λέγει ο Μαν, δεν ισχύει για τον Βάγκνερ.
  Διαβάζουμε: «Η μουσική του Βάγκνερ είναι περισσότερο εθνική παρά λαϊκή» (σελ. 116). Ίσως είναι εθνική γιατί πατάει στην παράδοση του Μπαχ, του Μότσαρτ και του Μπετόβεν. Λαοί που δεν είχαν τέτοια παράδοση, έφτιαξαν τις δικές τους «εθνικές» μουσικές σχολές πατώντας πάνω στη λαϊκή παράδοση της πατρίδας τους. Η ομάδα των πέντε στη Ρωσία, Ντόβρζακ, Σμέτανα και Γιάνατσεκ στην Τσεχοσλοβακία, Γκρηγκ στη Νορβηγία, Σιμπέλιους στη Φινλανδία, Ενέσκου στη Ρουμανία, Κοντάλι και Μπάρτοκ (η επόμενη βιβλιοκριτική μας θα είναι για μια βιογραφία του) στην Ουγγαρία, Μανώλης Καλομοίρης σε μας, κ.λπ.
  Το πρώτο κείμενο του Μαν ξεκινάει ως εξής: «Όσο κι αν απομακρυνθώ από τη σκέψη του Ρίχαρντ Βάγκνερ, ποτέ δεν θα μπορέσω να ξεχάσω τι του χρωστάω στον τομέα της καλλιτεχνικής αντίληψης και ευτυχίας».
  Ούτε κι εγώ. Στον Βάγκνερ χρωστώ τη μύησή μου στην κλασική μουσική.
  Αλλά ας αυτοβιογραφηθώ ακόμη μια φορά, όπως συνηθίζω στις βιβλιοκριτικές μου.
  Μαθητής δευτέρας γυμνασίου αγόρασα το βιβλίο του Νίτσε «Η γέννηση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής», από το βιβλιοπωλείο της κας Αεράκη, στην Ιεράπετρα. Με μάγεψε. Από τότε έγινα φαν του Νίτσε, και ό,τι βιβλίο του έπεφτε στα χέρια μου το αγόραζα. Έκανα μια μαζική αγορά όταν ένας γυρολόγος πωλητής βιβλίων είχε έλθει στην Ιεράπετρα και είχε απλώσει τα βιβλία του στα πεζούλια της παλιάς εφορίας, εκεί που βρίσκεται σήμερα η καφετέρια του Βετεράνου, στην κεντρική πλατεία της Ιεράπετρας.
  Διαβάζοντας Νίτσε διάβασα και αρκετά για τον Βάγκνερ, ιδιαίτερα σε μια βιογραφία του γραμμένη από τον Σαρλ Άντλερ, και μια άλλη, λίγο αργότερα, από τον Ντανιέλ Αλεβύ. Τι σόι πράγμα είναι αυτή η κλασική μουσική, και ειδικότερα η μουσική του Βάγκνερ; Αναρωτιόμουν. Ζώντας σε ένα χωριό, όνομα και πράγμα, Κάτω Χωριό, επτά χιλιόμετρα πριν την Ιεράπετρα, χωρίς να έχουμε ραδιόφωνο στο σπίτι, δεν μπορούσα να ξέρω. Η παρέα ακούγαμε συνήθως τραγούδια στο σπίτι του συγχωρεμένου του Νικολή του Ζυγάκη, που είχε ένα ογκώδες τρανζίστορ που μεταφερόταν όμως εύκολα. Το παίρναμε συχνά μαζί μας στις βόλτες μας στην Επισκοπή και το Πάνω Χωριό.
  Πήγαινα πρώτη λυκείου, που τότε ήταν ακόμη τετάρτη γυμνασίου, όταν από ένα γυρολόγο που ξέπεσε στο χωριό αγόρασα ένα τρανζίστορ. Τα λεφτά μου τα έδωσε η μητέρα μου. Έπρεπε όμως να την ξεγελάσω. Το χρειαζόμουν, είπα, για να παρακολουθώ τα μαθήματα αγγλικής από το ραδιόφωνο. Ο κος Σταυρακάκης με είχε αποβάλει δια παντός από το φροντιστήριό του την προηγούμενη χρονιά (Ήμουν άταχτος, αλλά αυτή την ιστορία θα τη διηγηθώ αλλού). Έτσι την κατάφερα.
  Το πρώτο κομμάτι που άκουσα ήταν το «Ισπανική υποχώρηση», ένα σύντομο ορχηστρικό έργο που τότε ακουγόταν συχνά. Και το πρώτο κομμάτι κλασικής μουσικής, που ήταν για μένα αποκάλυψη, ήταν η «Μαγεία της Μεγάλης Παρασκευής» από τον Πάρσιφαλ.
  Το τρίτο πρόγραμμα, όπως και τώρα, δεν το πιάνουμε στην Ιεράπετρα. Έπρεπε λοιπόν να καραδοκώ για τις εκπομπές κλασικής μουσικής του εθνικού προγράμματος. Τη μεγαλοβδομάδα όμως χόρταινα κλασική μουσική, αφού λόγω πένθους δεν έβαζαν τραγούδια.
  Ο σταθμός του Καρου επίσης, που τον πιάναμε καλύτερα και από το εθνικό πρόγραμμα, και που είχε και ελληνική εκπομπή, πολύ συχνά έβαζε κλασική μουσική. Στις εξετάσεις του Ιουνίου του 1967 πάτωσα για τον εξής λόγο: μόλις είχε γίνει ο πόλεμος των έξι ημερών στον οποίο νικήθηκαν οι άραβες, και ο σταθμός του Καρου έβαζε συνέχεια κλασική μουσική. Δεν διάβαζα καθόλου, καθόμουν όλη μέρα και άκουγα κλασική μουσική. Και δεν μετάνιωσα για τους κακούς βαθμούς που πήρα.
  Θυμάμαι και μια κοπάνα που έκανα. Ετοιμαζόμουν να πάω στο σχολείο, αλλά μόλις είχε αρχίσει, δεν θυμάμαι σε ποιο σταθμό, η 9η συμφωνία, του Νέου Κόσμου (τότε ήταν 5η) του Ντβόρζακ. Ήταν η αγαπημένη μου, δεν θα την έχανα με τίποτα.
  Σε ενάμιση χρόνο ήμουν φοιτητής. Κάθε δευτέρα βράδυ βρισκόμουν στο θέατρο Ρεξ, όπου έδινε τις συναυλίες της η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Από τα υπόλοιπα βράδια της εβδομάδας, δυο με τρία τα περνούσα στην Όπερα. Αυτό κράτησε δυο χρόνια, γιατί μετά δούλευα σε φροντιστήριο αγγλικών τα βράδια. Έμενε μόνο η Κυριακή, για την Όπερα. Δυστυχώς δεν είδα κανένα έργο του Βάγκνερ. Η τετράωρες παραγωγές μάλλον ήταν πολύ ακριβές. Αγόρασα κι ένα πικάπ, και δανειζόμουν δίσκους από την Ελληνοαμερικανική Ένωση, αλλά κυρίως από το Ινστιτούτο Γκαίτε. Έτσι γνώρισα τον Καρλ Ορφ.
  Θυμάμαι επίσης μια καταπληκτική εκπομπή για τη μουσική, με άφθονα σχόλια, του Karl Harris, στον ραδιοφωνικό σταθμό της αμερικανικής βάσης (έξω, οι βάσεις, του θααανάτου). Μιλούσε καθαρότατα αγγλικά, καταλάβαινα πάρα πολύ καλά. Ένα μεγάλο μέρος των μουσικών μου γνώσεων το οφείλω σ’ αυτή την εκπομπή.
  Αλλά κοντεύουμε να περάσουμε τις τρεις σελίδες. Ας σταματήσουμε εδώ.

Thomas Mann, Θάνατος στη Βενετία (μετ. Άρης Δικταίος), Ζαχαρόπουλος 1988, σελ. 295

  Είχα ξεχάσει ότι είχα ξαναδιαβάσει το βιβλίο. Σε κάθε βιβλίο που διαβάζω, υπογράφω στην τελευταία σελίδα και γράφω και την ημερομηνία που το τέλειωσα. Στο βιβλίο αυτό δεν υπήρχε καμιά υπογραφή και ημερομηνία. Διαβάζοντάς το όμως έβλεπα ότι είχα υπογραμμίσεις. Σκέφτηκα ότι μάλλον δεν είχα προλάβει να το τελειώσω. Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα είδα ότι υπήρχε η υπογραφή μου.
  Ο ένας λόγος που δεν υποψιάστηκα ότι το είχα διαβάσει είναι το ότι μου ήταν γνωστή η υπόθεση από την ταινία, που την είδα φοιτητής. Ο άλλος λόγος είναι πώς ο «Θάνατος στη Βενετία» είναι ένα από τα τέσσερα διηγήματα που περιέχονται στη συλλογή, πρώτο στη σειρά. Τα υπόλοιπα  τρία δεν τα είχα διαβάσει.
  Δεν έγραψα για το «Μαγικό Βουνό», δεν έγραψα για το «Δόκτωρ Φάουστους», βιβλία που διάβασα αργά μεν, αλλά πριν το blog, και έτσι δεν είχα κίνητρο να γράψω κάτι γι’ αυτά. Την ίδια μοίρα θα είχε και ο «Θάνατος στη Βενετία», που τον τέλειωσα στις 17-7-2003, πριν δέκα χρόνια δηλαδή, στην Κρήτη, αν δεν είχα ξεχάσει ότι το είχα διαβάσει. Από την Κρήτη τον έφερα στην Αθήνα, μαζί με τη «Σαλαμπώ» του Φλωμπέρ την οποία διαβάζω τώρα, βιβλία και τα δυο must για μένα, που έπρεπε να διαβάσω οπωσδήποτε.
  Είναι κάμποσες μέρες που το τέλειωσα, αλλά έμπλεξα με τα προβλήματα του υπολογιστή, μέχρι που αποφάσισα να πάρω καινούριο, δεν ήξερα μετά από πόσο καιρό θα μου επέστρεφε τον παλιό το service κι ας ήταν εντός εγγύησης. Και ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία για μένα να εγκαταστήσω ένα σωρό προγράμματα που χρειάζομαι και δουλεύω, έστω και σπάνια. Μόλις μου επιστρέψουν τον παλιό θα εγκαταστήσω και εκεί τα ίδια προγράμματα, έτσι ώστε να μην έχω πια πρόβλημα. Εξάλλου όλα μου τα αρχεία βρίσκονται σε εξωτερικούς σκληρούς δίσκους. Προσπαθώ πάντα να γράφω τη βιβλιοκριτική μόλις τελειώνω το βιβλίο, αλλά σ’ αυτό καθυστερήσαμε. Έχει παλιώσει η εντύπωση, έχω όμως τις υπογραμμίσεις.
  Να γράψουμε πρώτα πρώτα για το «Θάνατο στη Βενετία».
  Ο επιτυχημένος συγγραφέας Gustav Aschenbach πηγαίνει στην Βενετία να ξεκουραστεί (Δεν ξέρω γιατί ο Δικταίος τον μεταγράφει ως Άχενμπαχ. Και πριν προλάβω να αναρωτηθώ, γράφοντας αυτές τις γραμμές κατάλαβα. Ο Δικταίος είναι κρητικός, και σαν κρητικός το Άχενμπακ το προφέρει ως Aschenbach-Ashenbach για τους μη γερμανομαθείς. Μπράβο Άρη, Κρήτη über alles-και δεν θέλω αυθαίρετους συνειρμούς, που γίνονται επίκαιροι τώρα, μην παρεξηγηθώ δηλαδή. Παρεμπιπτόντως βρήκα και μια λέξη που είχα χρόνια να την ακούσω: χορευτακίζει, με απαξιωτική σημασία). Εκεί συναντάει έναν δεκατετράχρονο νεαρό Πολωνό, τον Τατζού, που παραθερίζει με την οικογένειά του. Τον ερωτεύεται. Δεν θα του μιλήσει ποτέ, αλλά θα τον καμαρώνει από μακριά. Μια επιδημία χολέρας θα τον διώξει από τη Βενετία, ενώ τον Άχενμπαχ θα τον οδηγήσει στο θάνατο, θάνατο που προσημαίνεται στον τίτλο.
  Όπως γράφει ο Δικταίος στο οπισθόφυλλο, «Το πρώτο (διήγημα) είναι ανασύνθεση του πλατωνικού έρωτα, αναζήτηση του «κάλλους».
  Ο Μαν δοκιμιογραφεί αρκετά στα έργα του, και το «Θάνατος στη Βενετία δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Υπάρχουν σελίδες για το κάλλος, αλλά και σελίδες για τον έρωτα, με συχνή αναφορά στον «Φαίδρο» από όπου υποπτεύομαι ότι έχουν παρθεί αυτούσια κάποια αποσπάσματα και δεν είναι ελεύθερη μεταγραφή, όμως θα μου φάει χρόνο για να το επιβεβαιώσω.
  Διάβασα κάπου ότι σε αυτοβιογραφικό του κείμενο ο Μαν έγραψε πως βλέποντας τον μικρό του γιο ξαπλωμένο στο κρεβάτι του να κοιμάται του σηκώθηκε. Δεν θυμάμαι πού το διάβασα, δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω, δεν έχω χρόνο πια να επιβεβαιώνω το κάθε τι, αλλά το διήγημα αυτό με υποψιάζει ότι είναι αλήθεια. Βέβαια δεν διάβασα πουθενά να έχει αναπτύξει ποτέ ο Μαν ομοφυλόφιλες σχέσεις. Αν υπήρξε αμφίφυλος, το έτερο σκέλος του «αμφι» θα πρέπει να έμεινε ανολοκλήρωτο, ακριβώς με την σημασία που έχει αποκτήσει ο «πλατωνικός έρωτας», ως ο έρωτας που δεν ολοκληρώνεται ποτέ με σεξουαλική σχέση. 
  Διαβάζω: «Ο Σωκράτης δίδασκε το Φαίδρο… Φαίδρε μου, και μόνο η ομορφιά, είναι αξιέραστη κι ορατή μαζί: η ομορφιά είναι, και πρόσεξε καλά αυτό! Η μόνη μορφή του πνευματικού που μπορούμε να συλλάβουμε με τις αισθήσεις μας και ν’ αντέξουμε με τις αισθήσεις μας… Κι ύστερα ο αποπλανητής κ’ εραστής της νεότητας εξέφρασε ό, τι πιο λεπτό ακόμη είχε να πει, τούτο δω: ο εραστής είναι θεϊκότερος από τον ερωμένο».
  Με τέτοιες μαλαγανιές ο Σωκράτης έριχνε τους νέους. Γιατί στο «Συμπόσιο» διάβασα ότι ο Σωκράτης ήταν ερωμένος.
  Το «Συμπόσιο» το διάβασα πριν τέσσερα χρόνια. Μου το ζήτησε αγαπημένη φίλη για να το συζητήσουμε μετά. Εκεί ο Πλάτωνας εκθειάζει τον ομοφυλόφιλο έρωτα, λέγοντας ότι ο ετεροφυλόφιλος έρωτας είναι συνήθεια βαρβαρική. Επί τη ευκαιρία να το δηλώσω μια και καλή, για κάποιους που μου την πέφτουν στο facebook, ότι όσον αφορά τις σεξουαλικές μου προτιμήσεις είμαι βάρβαρος 100%. Τώρα βέβαια πια ελέγχω τα request, όμως όλο και κάποιοι ξεφεύγουν τον έλεγχο, και εγώ δεν είμαι σαν τον Μεταξά, στα request σχεδόν πάντα απαντάω «ναι».
  Βαριέμαι να ξαναγράφω, θα κάνω αντιγραφή και επικόλληση ένα απόσπασμα από την παρουσίαση (είναι ιεροσυλία να μιλήσω σ’ αυτή την περίπτωση για βιβλιοκριτική) που έκανα τότε στο «Συμπόσιο».
  «…όμως μου άρεσε περισσότερο το τέλος του έργου. Εκεί βλέπουμε τον Αλκιβιάδη, ολομέθυστο, να λέει πόσες προσπάθειες έκανε να τα φτιάξει με τον Σωκράτη, αλλά αυτός, βράχος. Ταυτόχρονα βέβαια ψάλει το εγκώμιο του Σωκράτη, αναφέροντας πράγματα που παρατίθενται ακόμη και στο πιο σύντομο βιογραφικό του, για την αντοχή του στις εκστρατείες, την ανδρεία του, το πόσο ξεχνούσε τα γύρω του όταν τον απασχολούσε ένα φιλοσοφικό πρόβλημα, κ.λπ.
  Ο Αλκιβιάδης καταλήγει λέγοντας ότι εξαπατήθηκε από τον Σωκράτη, όπως και πολλοί άλλοι, γιατί νόμιζε ότι ήταν εραστής ενώ στην πραγματικότητα ήταν ερωμένος. –Πρόσεχε, προειδοποιεί τον Αγάθωνα, μην την πάθεις κι εσύ.
  Και η αφηγηματική ανατροπή:
  -Άσε τις μαλαγανιές Αλκιβιάδη. Νομίζεις δεν κατάλαβα το κόλπο σου; Όλοι αυτοί οι έπαινοι για μένα ήταν για να πετάξεις, τάχα αδιάφορα, στο τέλος, ότι είμαι ερωμένος και όχι εραστής, και να με κάνεις έτσι να τσακωθώ με τον Αγάθωνα, για να μη σου τον φάω. Αλλά εμείς δεν μασάμε, ε Αγάθωνα;
  Και ο Αλκιβιάδης:
  - Σωκράτους παρόντος των καλών μεταλαβείν αδύνατον άλλω. (223 a). Σε νεοελληνική παράφραση: Όταν είναι ο Σωκράτης παρών είναι αδύνατο να ρήξεις γκόμενο, σου τον έχει φάει.
  Το έργο τελειώνει με μια παρέα μεθυσμένων να μπαίνει μέσα στο σπίτι γιατί κάποιος βλάκας που έφυγε ξέχασε να κλείσει την πόρτα. Το αποτέλεσμα ήταν να σταματήσει η συζήτηση και να το ρίξουν στο πιοτό».
  Ο «Τριστάνος» παραπέμπει στον Βαγκερικό Τριστάνο. Η Γαβριέλα Έκχοφ βρίσκεται σε σανατόριο (το σανατόριο αυτό θα το ξαναβρούμε στο «Μαγικό βουνό»), υποφέροντας από φυματίωση. Ο Δικταίος γράφει σχετικά στον επίλογο.
  «Την αυτογνωσία της θα την κερδίσει (βοηθούμενη σ’ αυτό από κάποιο συγγραφέα, ένα γελοίο υποκείμενο) μέσα από μια μουσική του έρωτα και του θανάτου (τον «Τριστάνο» του Βάγκνερ), για να την πληρώσει αμέσως με το θάνατό της». Θα παρασυρθεί από τον συγγραφέα αυτόν να παίξει μουσική, πράγμα που της ήταν απαγορευμένο λόγω της αρρώστιας της, με αποτέλεσμα να πεθάνει.
  Και θυμήθηκα τις τρεις προσευχές της ψυχής από τον «Φτωχούλη του Θεού» του Καζαντζάκη.
  -Θεέ μου, μη με αφήσεις ατέντωτη γιατί θα σαπίσω.
  -Θεέ μου, μη με παρατεντώσεις, γιατί θα σπάσω.
  -Θεέ μου, παρατέντωσέ με κι ας σπάσω.
  Η ψυχή της Γαβριέλας παρατεντώθηκε και έσπασε.
  Η ιστορία της μου θύμισε την Αντωνία στα «Παραμύθια του Χόφμαν», την όπερα του Όφενμπαχ, που πεθαίνει κι αυτή με παρόμοιο τρόπο. Ίσως υπήρξε η πηγή της έμπνευσης του Μαν.
  Ο τίτλος αποτέλεσε ερέθισμα για μένα για να δω δυο Τριστάνους: του Βάγκνερ και την ταινία του Kevin Reynolds, το σενάριο της οποίας, παρεμπιπτόντως, έγραψε ένας Dean Georgaris, προφανώς ελληνικής καταγωγής. Για την ακρίβεια ο τίτλος είναι «Τριστάνος και Ιζόλδη», και αναρωτιέμαι γιατί ο Μαν, αφού ήθελε να αποκαλύψει την πηγή της έμπνευσής του, δεν χρησιμοποίησε το όνομα Ιζόλδη.
  Για την όπερα έχουν γραφεί τόσα, τι να γράψω εγώ. Απλά ότι με τον Βάγκνερ έκανα τη γνωριμία μου με την κλασική μουσική, για την οποία θα γράψω ίσως ένα ακόμη ομότιτλο αυτοβιογραφικό απόσπασμα. Όσο για το σενάριο της ταινίας, διαφέρει αρκετά από το λιμπρέτο της όπερας. Τώρα ποιο από τα δυο έργα αποκλίνει περισσότερο από κάποιον ur-Myth, τον αρχέμυθο, αυτό δεν το ξέρω. Ίσως να μην έχει και νόημα, και δεν θυμάμαι ποιος κοινωνικός ανθρωπολόγος είπε ότι ο αρχέμυθος είναι το σύνολο των παραλλαγών του-αν θυμάμαι καλά. Ίσως ο Λεβί Στρως στην «Άγρια σκέψη». Ας μην ξεχνάμε, μια και μιλάμε για τον Μαν, πως οι παραλλαγές του μύθου του Φάουστ από τον Μάρλοου, τον Γκαίτε και τον Τόμας Μαν μας ενδιαφέρουν περισσότερο από έναν πρωταρχικό μύθο που ίσως χάθηκε στην αχλή της ιστορίας.
  Για το τρίτο διήγημα, το «Γκλαούδιους Ντέι», ο Δικταίος γράφει: «Το τρίτο (είναι), μια σύγκρουση αισθητικής της τέχνης και της ηθικής». Ένας ντοστογιεφσκικός ήρωας, όπως είναι εξάλλου και ο αφηγητής στον «Τριστάνο», θα επιστρέφει επανειλημμένα σε μια γκαλερί επιμένοντας να απομακρυνθεί ένας πίνακας με γυμνό. Την τελευταία φορά θα τον πετάξουν έξω με τις κλωτσιές.
  Η τέχνη είναι πάνω από την ηθική; Ή το να επιμένουμε να θέσουμε την ηθική πάνω από την τέχνη είναι μια ανέλπιδη προσπάθεια; Δεν κατάλαβα. Μήπως μπορεί να μας εξηγήσει κανένας ισλαμιστής;
  Το τελευταίο διήγημα, «Ο νόμος», είναι μια μυθιστορηματική μεταγραφή της ιστορίας του Μωϋσή. Με την παλαιά διαθήκη έχει φλερτάρει αρκετά ο Μαν, με αποκορύφωμα την τετραλογία του «Ο Ιακώβ και τα αδέλφια του» (1933). Περιέργως μου άρεσε, αν και η πρόσληψή μου είναι διαφορετική από αυτήν που θα ήθελε ο Μαν: Ο φωτισμένος ηγέτης πρέπει να μανουβράρει με τερτίπια έναν αμαθή λαό. Αλήθεια, οι ναζιστές έκαψαν και αυτό το έργο του;
  Έχω φτάσει ήδη στην τέταρτη σελίδα, όμως θα παραθέσω ένα ακόμη απόσπασμα. Είναι κάποιες πρόσθετες εντολές που ο Μωυσής έδωσε στο λαό του.
  «Γι’ αυτό δεν πρέπει να παντρεύεσαι, να πλαγιάζεις και με την πεθερά σου, για να αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα. Είναι ανάρμοστο. Και ποτέ και πουθενά δεν πρέπει να πλαγιάζεις με την αδελφή σου, ώστε να δεις το αιδοίο της κι αυτή το δικό σου, γιατί αυτό ’ναι αιμομιξία. Δεν πρέπει, οπωσδήποτε, να πλαγιάζεις ούτε και με τη θεία σου, δεν ταιριάζει με την αξιοπρέπειά της, μήτε και με τη δική σου, βέβαια, αφήνω δα που θα κατατρομάξεις» (σελ. 250).
  Ένας κρητικός σε κάποια από αυτά θα συμφωνήσει, σε κάποια όμως θα διαφωνήσει.
  Ούτε που θα διανοηθεί ένας κρητικός να κοιμηθεί με την πεθερά του, καθώς δεν την χωνεύει καθόλου. Δεν είναι τυχαίο που κυκλοφορούν τόσες μαντινιάδες για τις πεθερές. Να παραθέσω μια:

  Όταν στο σπίτι μου κοντά η πεθερά ζυγώνει,
  με πιάνει σοκ αλλεργικό και παίρνω κορτιζόνη

  Το ίδιο και με την αδελφή:
  «Μακριά από μάνα κι αδελφή κι από άσχημη ξαδέλφη», συμβουλεύει σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο.
  Όμως για τη θεία έχει άλλη άποψη. Το τραγουδάκι που παραθέτει ο Καζαντζάκης, νομίζω στον «Καπετάν Μιχάλη», είναι αποκαλυπτικό.

  Με τη θεια μου τη Θοδώρα επηγαίναμε στη χώρα
  κι ήλεγέ μου κι ήλεγά τζη, κι ήγγιζέ μου κι ήγγιζά τση
  -Ώφου θεια μου τέτοια κάλλη, ώφου θεια και να ’σουν άλλη.
  -Κάνε γιε μου τη δουλειά σου, κι ύστερά ’μαι πάλι θεια σου.

  Αυτά για τον Μαν. Σειρά έχει η «Σαλαμπώ» του Φλωμπέρ.

Thomas Mann, Tonio Gröger (μετ. Αλέξανδρος Ίσαρης), Ύψιλον 1985, σελ. 107

  Στην προ-προηγούμενη ανάρτηση μου για την «Αισθητική του κινηματογράφου» έγραψα για την διπλοαγορά του «Τόνιο Κρέγκερ». Όπως και με την αισθητική, το ένα αντίτυπο το είχα διαβάσει, πριν 12 χρόνια, στην Κρήτη. Μικρή νουβέλα, αλλά και η ζωή μικρή, δεν σκοπεύω να την ξαναδιαβάσω.
  Δεν θυμόμουνα απολύτως τίποτα. Ξαναδιάβασα την υπόθεση από το διαδίκτυο καθώς και τις υπογραμμίσεις μου. Επειδή πάλι θα ξεχάσω, είπα να γράψω δυο κουβεντούλες που μπορεί να τις χρειαστώ.
  Αυτοβιογραφική σε μεγάλο βαθμό, η νουβέλα αυτή πραγματεύεται την τέχνη, τη σχέση του καλλιτέχνη με τη ζωή και την αμφιθυμική του στάση απέναντι τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή. Ο ίδιος προβληματισμός με αυτόν του Φάουστ, με μόνη τη διαφορά ότι στη θέση της γνώσης εδώ βρίσκεται η τέχνη.
  Σε μια τελευταία κενή σελίδα έχω γράψει: Θέμα η μοναξιά του καλλιτέχνη, Ζορμπάς. Ο διανοούμενος Καζαντζάκη ζηλεύει τον Ζορμπά, τον γειωμένο στη ζωή. Ο καλλιτέχνης Τόνιο ζηλεύει αυτούς που ζουν ευτυχισμένοι μια απλή καθημερινότητα.
  Διαβάζουμε:
  «Εσένα να ’παιρνα γυναίκα Ίνγκεμποργκ Χολμ και να ’κανα ένα γιο σαν εσένα Χανς Χάνσεν, να ζούσε ελεύθερος απ’ την κατάρα της γνώσης και την τυραννία της δημιουργίας, μέσα σε μακάρια μετριότητα εν τιμή και αγάπη» (σελ. 99).
  Και ένα ακόμη απόσπασμα, για την ευτυχία.
  «Γιατί ευτυχία, έλεγε μέσα του, δεν σημαίνει να σ’ αγαπούν οι άλλοι· αυτό είναι μια αηδιαστική ματαιόδοξη ικανοποίηση. Ευτυχία σημαίνει ν’ αγαπάς έχοντας ίσως μερικά μικρά, απατηλά πλησιάσματα με το αντικείμενο της αγάπης σου» (σελ. 43).
  Θα μπορούσε να γράψει πιο απλά «με τη γυναίκα που αγαπάς».



Post a Comment