Book review, movie criticism

Wednesday, December 27, 2017

Bertrand Russell (1872-1970)

Bertrand Russell (1872-1970)


Bertrand Russell, Η φιλοσοφική μου εξέλιξη, Αυτοβιογραφία

Μπέρτραντ Ράσελ, Η φιλοσοφική μου εξέλιξη (μετ. Αντώνης Πέρης), Αρσενίδης 2007, σελ. 443

  Θα γράψω για ένα βιβλίο που μόνο ένα μέρος του διάβασα. Νόμιζα ότι επρόκειτο για την αυτοβιογραφία του Ράσελ όταν το παράγγειλα. Τελικά όμως είδα ότι ήταν η πνευματική του βιογραφία, ενώ η αυτοβιογραφία του προς το παρόν δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά.
  Ήμουν φανατικός της φιλοσοφίας στα νιάτα μου και γι’ αυτό, αφού τέλειωσα την αγγλική φιλολογία, γράφτηκα στο φιλοσοφικό τμήμα, και με το πτυχίο που πήρα από εκεί διορίστηκα ως φιλόλογος. Πρωτοετής στο τμήμα αγγλικών σπουδών διάβασα την «Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας» του Ράσελ, πριν μεταφραστεί στα ελληνικά. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο, από το οποίο έμαθα πάρα πολλά. Στον «Κόσμο της σοφίας» του Jostein Gaarder δεν υπήρχε τίποτα που να μην το ήξερα. Όμως όταν διάβασα αυτό το βιβλίο η αγάπη μου για τη φιλοσοφία είχε ήδη εξανεμιστεί. Είδα ότι δεν μου προσέφερε γνώσεις, γνώσεις που μου πρόσφερε αντίθετα η επιστήμη. Για μένα σήμερα η ίδια η φιλοσοφία δεν έχει νόημα. Μόνο η ιστορία της φιλοσοφίας έχει νόημα, όταν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα ποιες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες οδήγησαν τους φιλόσοφους σε αυτούς τους προβληματισμούς και σε αυτές τις απαντήσεις.
  Η φιλοσοφία δεν συνέβαλε καθόλου στη δημιουργία της αντίληψης που έχω για τον κόσμο σήμερα. Απεναντίας οφείλω πολλά στον μαρξισμό, στην ψυχολογία και ιδιαίτερα στην ψυχανάλυση, και στην ηθολογία. Αρκετά επίσης οφείλω στην κοινωνική ανθρωπολογία, καθώς και στην Ιστορία.  
  Αγόρασα το βιβλίο, και δεν μου πήγαινε να μην διαβάσω κάτι από αυτό. Η λογική, μαθηματική ή όχι, ήταν κάτι που δεν με ενδιέφερε ποτέ, και έτσι παρέλειψα τις σχετικές σελίδες. Με ενδιαφέρει ο Ράσελ σαν ιστορικός της φιλοσοφίας, όχι σαν φιλόσοφος της μαθηματικής λογικής.
  Και βέβαια υποκλίνομαι στον άνθρωπο. Στον άνθρωπο που μπήκε φυλακή για την ειρηνιστική του δράση το 1918. Για το πόσο τον συντάραξε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος γράφει σχετικά:
  «Μια από τις συνέπειες εκείνου του πολέμου ήταν ότι κατέστησε αδύνατο για εμένα να συνεχίσω τη ζωή μου μέσα στον αφηρημένο κόσμο μου. Έβλεπα νέους άντρες να ανεβαίνουν σε τρένα πηγαίνοντας προς τη σφαγή τους, αποκλειστικά και μόνο γιατί υπήρχαν κάποιοι ηλίθιοι στρατηγοί. Ένιωσα μια αγωνιώδη συμπάθεια για αυτούς τους νέους και είδα τον εαυτό μου να επιστρέφει στον πραγματικό κόσμο μέσω ενός περίεργου δεσμού συμπόνιας. Όλες οι υψηλές και αφηρημένες ιδέες που με είχαν απασχολήσει μέχρι τότε μου είχαν φανεί ξαφνικά αδύναμες και τετριμμένες μπροστά στον τεράστιο πόνο που με περιέβαλε. Ο κόσμος πέρα από τον άνθρωπο εξακολουθούσε να υπάρχει, τώρα πια όμως μόνο ως προσωρινό καταφύγιο και όχι το μέρος όπου θα έχτιζε κάποιος τη μόνιμη κατοικία του» (σελ. 340-341).
  Θα παραθέσω ένα ακόμη απόσπασμα, καθώς συμμερίζομαι τις ιδέες που διατυπώνονται σ’ αυτό.
  «… εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι ασήμαντος σε κοσμικό επίπεδο και ότι αν υπήρχε ένα Ον με την ικανότητα να βλέπει ολόκληρο το σύμπαν, χωρίς τις προκαταλήψεις του εδώ και του τώρα, τότε ίσως να μην ανέφερε καν τον άνθρωπο, ή το πολύ να τον τοποθετούσε σε κάποια υποσημείωση στο τέλος του βιβλίου· δεν πιστεύω πια ότι το πνεύμα είναι ανώτερο από τις αισθήσεις, ούτε ότι ο πλατωνικός παράδεισος των ιδεών είναι σε θέση να μας παράσχει μια πρόσβαση στον «πραγματικό» κόσμο. Παλαιότερα θεωρούσα τόσο τις αισθήσεις όσο και τις σκέψεις που παράγονται από τις αισθήσεις ως μια φυλακή από την οποία μπορούμε να απελευθερωθούμε μέσω του πνεύματός μας, το οποίο λειτουργεί απαλλαγμένο από τις αισθήσεις. Τώρα πια δεν νιώθω έτσι. Θεωρώ τις αισθήσεις και τις σχετιζόμενες μ’ αυτές σκέψεις ως παράθυρα και όχι ως κελιά» (σελ. 341-342).
  Οι παραπάνω σκέψεις ταιριάζουν με την φιλοσοφική μου τοποθέτηση ως «απλοϊκού ρεαλιστή».
  Και ένα ακόμη απόσπασμα που το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον.
  «Θα μπορούσε κανείς να τον παρομοιάσει (τον Βιτγκενστάιν) με δύο μεγάλους άντρες της ιστορίας: με τον Πασκάλ και τον Τολστόι. Ο Πασκάλ ήταν ένας ιδιοφυής μαθηματικός, εγκατέλειψε όμως τα μαθηματικά για λόγους ευλάβειας. Ο Τολστόι θυσίασε την ιδιοφυία του ως συγγραφέας για χάρη μιας υποτιθέμενης εξαθλίωσης η οποία τον έκανε να προτιμά τους χωρικούς έναντι των πνευματικών ανθρώπων και την Καλύβα του μπάρμπα Θωμά έναντι όλων των μυθιστορημάτων. Ο Βιτγκενστάιν, ο οποίος μπορούσε να παίζει με τις δυσνόητες μεταφυσικές έννοιες όσο καλά μπορούσε να παίζει ο Πασκάλ με τα εξάγωνα και ο Τολστόι με τους αυτοκράτορες, αποποιήθηκε το χάρισμά του και υποβάθμισε τον ίδιο του τον εαυτό, με τον ίδιο τρόπο που και ο Τολστόι υποβάθμιζε τον εαυτό του μπροστά στους χωρικούς-και στις δυο περιπτώσεις εξαιτίας μιας παρορμητικής υπερηφάνειας. Θαυμάζω το Tractatus του Βιτγκενστάιν, όχι όμως και τα μεταγενέστερα έργα του, τα οποία μου φαίνεται ότι παρουσιάζουν μια εγκατάλειψη του ταλέντου του, ακριβώς όπως συνέβη με τον Πασκάλ και τον Τολστόι» (σελ. 343-344).
  Κι εγώ θαυμάζω τον «Πόλεμο και Ειρήνη» και την «Άννα Καρένινα», αλλά και τον Τολστόι για την «εγκατάλειψη του ταλέντου του», που είχε ως αποτέλεσμα να δώσει αργότερα ήσσονα έργα. Το ίδιο θαυμάζω και τον Βιτγκενστάιν που εγκατέλειψε μια λαμπρή πανεπιστημιακή καριέρα για να γίνει νηπιαγωγός. Για τον Πασκάλ μαθαίνω τώρα. Τους θαυμάζω και τους τρεις, όπως θαυμάζω τον Άγιο Φραγκίσκο και τον Βούδα που εγκατέλειψαν τα πλούτη τους για κάτι που νόμιζαν ότι άξιζε περισσότερο. Πριν γίνουν «διάσημοι», σίγουρα όλοι θα τους περνούσαν για τρελούς.
  Στην ημιτελή μελέτη του Alan Wood για τη φιλοσοφία του Μπέρτραντ Ράσελ που τίθεται ως επίμετρο διαβάζουμε: «Εξέφραζε συχνά τη λύπη του… για το γεγονός ότι είχε γίνει φιλόσοφος και όχι επιστήμονας» (σελ. 416). Στην ίδια σελίδα παραθέτει τον ίδιο τον Ράσελ: «Η οποιαδήποτε αξιόλογη φιλοσοφία πρέπει να στηρίζεται πάνω σε ένα ευρύ και σταθερό θεμέλιο γνώσης, το οποίο δεν είναι ιδιαίτερα φιλοσοφικό». Υπάρχουν και άλλα αποσπάσματα στα οποία φαίνεται πόσο προκρίνει ο Ράσελ την επιστήμη σε σχέση με τη φιλοσοφία, με πιο χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα από την «Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας»: «Η φιλοσοφία… είναι κάτι μεταξύ θεολογίας και επιστήμης… Η χώρα του τίποτα» (σελ. 10 αναφέρει η υποσημείωση, δεν ξέρω ποιας έκδοσης. Ασφαλώς κάπου στην αρχή).
  Θυμάμαι που, κάπου στα τέλη της 10ετίας του ’70 είχα δώσει εξετάσεις στο ΙΚΥ για μια υποτροφία για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής πάνω στη φιλοσοφία. Απέτυχα. Σήμερα μπορώ να πω ευτυχώς. Το 1993 ξεκίνησα διδακτορική διατριβή με θέμα τις αφηγηματικές τεχνικές, την οποία υποστήριξα το 1996. Η λογοτεχνία εξακολουθεί να με συναρπάζει, η φιλοσοφία καθόλου. Υπάρχει όμως πάντα η νοσταλγία, και νομίζω ότι κατά καιρούς θα διαβάζω και κάποιο φιλοσοφικό βιβλίο, που όμως δεν θα έχει σχέση με τη λογική ή τη φιλοσοφία των μαθηματικών. 
  
Bertrand Russell, Autobiography, Routledge 2010, σελ. 746

  Το καλοκαίρι διάβασα τη «Φιλοσοφική μου εξέλιξη», που είναι μόνο εν μέρει αυτοβιογραφική. Η κανονική αυτοβιογραφία του Μπέρτραντ Ράσελ είναι αυτή εδώ.
  Τη βρήκα πολύ συναρπαστική, όχι μόνο γιατί ο Ράσελ αφηγείται πολύ ενδιαφέροντα επεισόδια από τη ζωή του, αλλά και για την ειλικρίνεια με την οποία μιλάει για εντελώς προσωπικά θέματα. Να σημειώσουμε ότι, εκτός από την αυτοβιογραφική αφήγηση, κάθε κεφάλαιο τελειώνει με επιστολές που είχε ανταλλάξει εκείνη την εποχή. Όμως πρέπει να ομολογήσω ότι δεν τις διάβασα. Η επιστολογραφία είναι ένα είδος που δεν μου αρέσει, και θυμάμαι ότι με απογοήτευσε το βιβλίο με τις επιστολές Ρίλκε-Τσβετάγιεβα-Πάστερνακ.
  Εκτός από τη «Φιλοσοφική μου εξέλιξη», το μόνο βιβλίο του Ράσελ που έχω διαβάσει είναι η «Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας», στα αγγλικά, όταν ήμουν πρωτοετής φοιτητής στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών, και με άσβεστη ακόμη την αγάπη μου για τη φιλοσοφία. Το διάβασα το καλοκαίρι στην πλατεία του χωριού μου. Σε ένα διάλλειμα, ζωγράφισα σε μια σχεδόν κενή σελίδα το σπίτι του φίλου μου του Νικολή του Τριχά· πριν κάνουν οι γονείς του το φοβερό λάθος να αντικαταστήσουν την κεραμοσκεπή με τσιμεντοταράτσα· η οποία, με τις φοβερές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται στην Ιεράπετρα το καλοκαίρι, κάνει αφόρητη τη ζέστη στα δωμάτια.
  Αλλά ας επανέλθουμε στην αυτοβιογραφία.
  Δεν ήταν σε όλα της τα σημεία ενδιαφέρουσα. Ο Ράσελ αφιέρωσε πολλές σελίδες για άλλα πρόσωπα, άγνωστα σε μένα, αλλά προφανώς γνωστά στον άγγλο αναγνώστη.
  Όχι όλα. Αυτά που έγραψε για τον Βιτγκενστάιν και τον Τζόζεφ Κόνραντ, για παράδειγμα, με ενδιέφεραν πάρα πολύ.
  Παρεμπιπτόντως για πρόσωπα γράφει και στο έργο του «Πάρτι και αερομαχίες» ο Ελίας Κανέτι, αυτοβιογραφικό έργο που καλύπτει όμως μόνο ένα μέρος της ζωής του, ανάμεσα στα οποία φιγουράρει και ο Ράσελ·  άλλοι θα έλεγαν δηκτικά, εγώ θα έλεγα με ζήλεια, τον παρουσιάζει ως γελοία ερωτύλο (το επιβεβαίωσα ξαναδιαβάζοντας την ανάρτηση που έκανα, για να βάλω τον σύνδεσμο).
  Η αυτοβιογραφία του στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο που έγραψε λίγο μετά το 1930. Όσο πλησιάζουμε προς το τέλος, τόσο περιορίζεται η αφήγηση και αναπτύσσεται ο δοκιμιακός λόγος, κυρίως πολιτικός. Ο Ράσελ, πέρα από μαθηματικός και φιλόσοφος, υπήρξε ένας κοινωνικός αγωνιστής. Για τις φιλειρηνιστικές του ιδέες φυλακίσθηκε για ένα εξάμηνο το 1918. Ήταν ένας από τους πιο φλογερούς πολέμιους της κούρσας των πυρηνικών εξοπλισμών, επισείοντας συνεχώς τον κίνδυνο για μια ολοκληρωτική καταστροφή της ανθρωπότητας, ενώ συνέστησε το «Δικαστήριο Ράσελ», με συμμετοχή διανοουμένων από όλο τον κόσμο, καταδικάζοντας τα εγκλήματα πολέμου. Οι πρώτοι που κάθισαν στο σκαμνί ήταν οι αμερικάνοι, για τα εγκλήματά τους στο Βιετνάμ.
  Να κλείσουμε με κάποια αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε.
  Διαβάζω λοιπόν ότι ο Βιτγκενστάιν, γόνος μιας πλούσιας οικογένειας, άφησε όλη του την περιουσία στα αδέλφια του, πιστεύοντας ότι «τα χρήματα είναι μια όχληση για ένα φιλόσοφο» (σελ. 314). Άφραγκος καθώς είχε μείνει, δεν είχε να πληρώσει τα εισιτήρια για να πάει στη Χάγη όπου θα συναντούσε τον Ράσελ. Έχω διαβάσει τη βιογραφία του, και έχω ξαναγράψει πόσο με εντυπωσίασε και μου έδωσε μαθήματα ζωής.
  Το παρακάτω κι αν είναι εντυπωσιακό!!!
  Όταν επισκέφτηκε τις φυλακές του Alice Springs στην Αυστραλία, του έκανε εντύπωση που τα κελιά ήταν τόσο άνετα. Στην απορία του απάντησαν ότι «όλοι οι διαπρεπείς πολίτες της πόλης (κτηνοτρόφοι οι περισσότεροι) θα βρισκόντουσαν κάποια στιγμή στη φυλακή. Κι αυτό γιατί όταν μπορούσαν έκλεβε ο ένας τα ζώα του άλλου» (σελ. 498). Και θυμήθηκα ένα ανέκδοτο που κυκλοφόρησε εδώ, για πιστώσεις που είχαν δώσει πολιτικοί για τη βελτίωση των φυλακών, θεωρώντας αναπόφευκτο ότι κάποια στιγμή θα φιλοξενηθούν σ’ αυτές.
  Θυμήθηκα επίσης το «Poetics of manhood» του Michael Herzfeld, μια ανθρωπολογική μελέτη για τη ζωοκλοπή στα Ανώγεια, που παρουσίασα πριν πολλά χρόνια στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας. Όχι, δεν έγραψε για φυλακές, θα το θυμόμουνα. Εξάλλου τόσο οι ζωοκλέφτες όσο και οι χασισοκαλλιεργητές έχουν υψηλή προστασία, σπάνια θα καταλήξουν στη φυλακή.
  Η Ελλάδα του άφησε άριστες εντυπώσεις. «Τα βουνά ήταν χιονοσκέπαστα αλλά οι κοιλάδες ήταν γεμάτες με ανθισμένα οπωροφόρα. Τα παιδιά χοροπηδούσαν στα χωράφια, και οι άνθρωποι φαίνονταν ευτυχισμένοι. Ακόμη και τα γαϊδούρια φαίνονταν ικανοποιημένα» (σελ. 540). Σήμερα δεν θα έβλεπε γαϊδούρια, θα έβλεπε datsun.
  Και πιο κάτω: «Οι Έλληνες που συναντήσαμε ή τους οποίους μας δόθηκε η ευκαιρία να παρατηρήσουμε, φαίνονταν ευγενικοί, εύθυμοι και έξυπνοι. Μας εντυπωσίασε που φαίνονταν τόσο ευτυχισμένοι παίζοντας με τα παιδιά τους στους κήπους της Αθήνας» (σελ. 540-541).
  Πριν κλείσω, θυμήθηκα κάτι. Δυο φορές λίγο έλλειψε να πεθάνει. Τη μια στην Κίνα από πνευμονία, την άλλη από κάτι σαν πνευμονικό οίδημα, και τη γλίτωσε επειδή τον μετέφεραν γρήγορα στο νοσοκομείο και τον συνέδεσαν με οξυγόνο.

  Πέθανε το 1970, σε ηλικία 98 χρονών. Αν σου είναι γραμμένα χρόνια… 
Post a Comment