Book review, movie criticism

Friday, December 22, 2017

Andrei Smyrnov, Larisa Shepitko and Genrih Gabai, Beginning of an unknown era (Начало неведомого века 1967)



  Το έργο αποτελείται από τρία ανεξάρτητα επεισόδια που διαδραματίζονται κατά τις αρχές της δεκαετίας του ’20. Και τα τρία βασίζονται σε πεζογραφήματα. Τα δυο πρώτα προβλήθηκαν για πρώτη φορά το 1987, είκοσι χρόνια από τότε που γυρίστηκαν. Το τρίτο προβλήθηκε το 1969, όμως η κόπια μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί.
  Η πρώτη ιστορία την οποία σκηνοθετεί ο Αντρέι Σμιρνόφ και βασίζεται σε διήγημα του Γιούρι Ολιέσα έχει τον τίτλο «Άνγκελ» και διαδραματίζεται το 1920. Ο κομισάριος Παρφένοφ βρίσκεται σε ένα τραίνο με άλλους επιβάτες. Όμως πέφτει στα χέρια μιας ομάδας αντεπαναστατών, αρχηγός των οποίων είναι ο αταμάνος Άνγκελ. Δεν περιμένει έλεος, τον αντιμετωπίζει θαρραλέα. Αυτός τον σκοτώνει κτυπώντας του το κεφάλι με ένα μπαλτά, ενώ δυο σύντροφοί του τον κρατούν ανάσκελα. Οι άλλοι επιβάτες του τραίνου παρακολουθούν παγωμένοι.
  Ξαφνικά ακούγονται γυναικείες φωνές από την παρακείμενη καλύβα. Ένας από το τραίνο πηγαίνει να δει. Βλέπει το κορίτσι, από τους επιβάτες του τραίνου, πεσμένο στην είσοδο. Την υποβαστάζει για να μπορέσει να προχωρήσει. Την έχουν βιάσει οι άντρες του Άνγκελ.  
  Καθώς απομακρύνονται προσπαθεί να καθησυχάσει τους γονείς της. –Εν τάξει είμαι μπαμπά,  μπορώ να προχωρήσω μόνη μου, λέει στον πατέρα της που την κρατάει από τη μασχάλη.
  Η επανάσταση πέτυχε, οι αντεπαναστάτες κατατροπώθηκαν, τώρα μπαίνει το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, της στήριξης της οικονομίας. Η ιστορία της Σεπίτκο που έχει τίτλο «Η πατρίδα του ηλεκτρισμού», βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Αντρέι Πλατόνοφ, αναφέρεται σ’ αυτή τη φάση.
  Σε μια αγροτική περιοχή υπάρχει ανομβρία. Έχει μήνες να βρέξει. Οι χωρικοί κάνουν λιτανείες κρατώντας την εικόνα της παναγίας.
  Το κόμμα στέλνει στην περιοχή έναν νεαρό φοιτητή πολυτεχνείου να βρει λύση στο πρόβλημα. Και βρίσκει.
  Υπάρχει μια μηχανή η οποία δίνοντας κίνηση σε ένα δυναμό ηλεκτροδοτεί το χωριό το βράδυ. Ο φοιτητής σκαρφίζεται το φτιάξιμο μιας υδραντλίας η οποία θα λειτουργεί με αυτή τη μηχανή. Επιτυχία!!! Το νερό τρέχει και ποτίζει τη σκασμένη από την ξηρασία γη.
  Όμως όχι για πολύ. Σε λίγο γίνεται μια έκρηξη και η μηχανή τυλίγεται στις φλόγες. Οι χωρικοί τρέχουν έντρομοι και την παρακολουθούν που καίγεται. Ούτε που αντιλαμβάνονται τη βροχή που έχει αρχίσει να πέφτει. –Έτσι στεκόμασταν εδώ, σκέφτεται ο νεαρός, και η βροχή έπεφτε, όμως οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονταν τη βροχή, γιατί είχαν πάψει να ελπίζουν ότι θα έλθει. Δεν είχαν αντιληφθεί πώς, ελπίζοντας να ζήσουν, έγιναν η ενσάρκωση της ελπίδας, ότι μπορούν να κατορθώσουν το ακατόρθωτο, και ότι αυτή η ελπίδα έγινε μέρος μιας μεγαλύτερης ελπίδας, της ελπίδας για τον μελλοντικό κόσμο του κομμουνισμού, ελπίδας που τη χρειάζονταν για την καθημερινή τους ύπαρξη.
  Τι ήταν αυτό που εμπόδισε την προβολή των ταινιών την εποχή που γυρίστηκαν; Ενόχλησαν το καθεστώς; Το ότι τις είδαμε να οφείλεται άραγε στην περεστρόικα; Και βέβαια χάθηκε η τρίτη, που δεν ξέρουμε σε ποια μεταγενέστερη φάση της σοβιετικής ένωσης αναφερόταν.
  Ναι, διαβάζω στη συνέχεια στο ρώσικο λήμμα της βιογραφίας της Σεπίτκο, η λογοκρισία εμπόδισε την προβολή τους. Και, αυτό έχει πλάκα, ο σκηνοθέτης της τρίτης ιστορίας που πέρασε τη λογοκρισία και προβλήθηκε, ο Γκένριχ Γκαμπάι, μετανάστευσε στο Ισραήλ το 1971 με τη γυναίκα και το γιο τους, και  μετά από δυο χρόνια πήγαν στις ΗΠΑ. Μετά από αυτό οι ταινίες του σταμάτησαν να προβάλλονται στη Σοβιετική Ένωση. Αυτός φαντάζομαι είναι και η λόγος που η ταινία του «χάθηκε».
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας για ταινία της Λαρίσα Σεπίτκο ήταν για την πρώτη ταινία της, τη «Θερμότητα».
  Όπως έκανα και μ’ αυτή, έψαξα και εδώ για το διήγημα του Πλατόνωφ. Αυτό το βρήκα τόσο στα ρώσικα όσο και σε αγγλική μετάφραση. Όμως ήταν αβόλικο να κάνω αυτό που έκανα με τη νουβέλα του Νικολάι Λέσκοβ «Η λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ», να διαβάσω παράλληλα τα δυο κείμενα ώστε να πλουτίσω το λεξιλόγιό μου με μερικές ακόμη ρώσικες λέξεις, και έτσι διάβασα μόνο την αγγλική μετάφραση.
  Το κοινό με το διήγημα του Τζινγκίζ Αϊτμάτοφ «Το μάτι της καμήλας» είναι το μοτίβο του νεαρού που στέλνεται σε κάποια απόμακρη περιοχή να προσφέρει τη βοήθειά του. Το κοινό επίσης στην πραγμάτευση των δυο διηγημάτων είναι η αλλαγή του τέλους. Στο διήγημα του Πλατόνωφ η έκρηξη δεν γίνεται στη μηχανή αλλά στο αποστακτήριο απ’ όπου τροφοδοτούσαν τη μηχανή με καύσιμο. Θα το φτιάξουν την επομένη. Στο τέλος του διηγήματος ο νεαρός ήρωάς μας, κι αυτός πρωτοπρόσωπος αφηγητής, έχοντας εκπληρώσει το καθήκον του, έχοντας βρει μια κάποια λύση στο πρόβλημα της ανομβρίας που απειλεί με πείνα τους κατοίκους του χωριού, επιστρέφει στο σπίτι του. Στο διήγημα βλέπουμε έναν ποιητή-γραμματέα του χωριού, χήρο, με τα παιδιά του να πεινάνε. Το επεισόδιο όμως της συνάντησης του νεαρού με τη γριούλα κατά τη διάρκεια της λιτανείας, από τα πιο ωραία στο διήγημα, μεταφέρεται από την Σεπίτκο στη μεγάλη οθόνη με μεγάλη πιστότητα. 


Post a Comment