Book review, movie criticism

Tuesday, September 26, 2017

F.Scot Fitzgerald (1896-1940)

F.Scot Fitzgerald (1896-1940)


F.Scot Fitzgerald, Γκάτσμπυ, Τρυφερή είναι η νύχτα και Ο παράδεισος του Πατ Χόμπυ.

F.Scott Fitzgerald, Γκάτσμπυ (μετ. Δ.Π.Κωστελένος), Αθήνα χχ, Γκοβόστης, σελ. 188
  Θυμάμαι την ταινία όταν παίχτηκε το 1973, με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και την Μία Φάροου. Το ίδιο και το βιβλίο, όταν κυκλοφόρησε σε Βίπερ. Το βιβλίο δεν το διάβασα, και νομίζω δεν είδα ούτε την ταινία. Νομίζω.
  Την ταινία την είδα τώρα, αφού διάβασα το βιβλίο. Καλογυρισμένη, το ακολουθεί σχεδόν κατά γράμμα. Το βιβλίο είχα αποφασίσει να το διαβάσω για να διαβάσω στη συνέχεια το δεύτερο μέρος από το βιβλίο της Αζάρ Ναφισί «Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη» (το τέλειωσα χθες και συμπλήρωσα την ανάρτηση που είχα κάνει πριν τριάμισι χρόνια) που έχει ακριβώς αυτό τον τίτλο: Γκάτσμπυ.
  Πριν καταπιαστώ με το βιβλίο θέλω πρώτα να πω δυο πραγματάκια. Με μια αγαπητή φίλη εκφράσαμε ζήλεια που κάποιοι συγγραφείς πουλούν πάρα πολύ και έχουν κάνει περιουσία από τα βιβλία τους. Με άλλη αγαπητή φίλη μιλάγαμε για τη συμβουλή που της έδωσε κοινός μας φίλος: να γράψει ιστορικό μυθιστόρημα, είναι πιασάρικο. Και σκέφτηκα εγώ: Γιατί η Λολίτα του Ναμπόκοφ είχε τέτοια τεράστια κυκλοφορία; Μήπως επειδή το θέμα της είναι πιασάρικο;
  Για να καταλήξω στο συμπέρασμα: Το ύφος στην πεζογραφία καταποντίζεται μπροστά στο στόρι, την πλοκή. Εκείνοι οι συγγραφείς που θέσανε σε πρώτο πλάνο το ύφος, οι μοντερνιστές, εκτιμώνται αφάνταστα από τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας, είναι στον κανόνα, όμως πόσοι τους διαβάζουν; Και προ παντός, πόσοι τους μιμούνται σήμερα; Είναι πολλαπλάσιοι εκείνοι που έχουν τον Οδυσσέα του Τζόυς στη βιβλιοθήκη τους χωρίς να τον έχουν ανοίξει σε σχέση με αυτούς που τον έχουν διαβάσει (εγώ βρίσκομαι ενδιάμεσα. Διάβασα το μισό πριν πολλά χρόνια για να διαβάσω τον υπόλοιπο στην ωριμότητα. Όμως έχω διαβάσει Προυστ και Βιρτζίνια Γουλφ). Τα γράφω όλα αυτά γιατί τώρα που θα γίνω συνταξιούχος έχω την ευγενή φιλοδοξία να γράψω μυθιστόρημα. Με το διήγημα από ό,τι φάνηκε τα κουτσοκαταφέραμε. Και αντιμετωπίζω το μεγάλο πρόβλημα: να επινοήσω ένα τραβηχτικό στόρι. Σαν εκείνο στο μυθιστόρημα που έγραψα πριν είκοσι χρόνια, «Το μυστικό των εξωγήινων».
  Το στόρι του Γκάτσμπυ πιστεύω ότι είναι ιδιαίτερα τραβηχτικό. Ένας μεγαλοαστός με αψεγάδιαστο παρελθόν (ήρωας πολέμου) αλλά με ύποπτο παρόν (μάλλον ασχολείται με ναρκωτικά, έχει σχέσεις με τον υπόκοσμο) κάνει τα αδύνατα δυνατά να τα ξαναφτιάξει με μια παλιά του αγάπη, με την οποία είχε χωρίσει πριν πέντε χρόνια. Αλλά τη συνέχεια θα τη μάθετε καθώς θα σχολιάζουμε το έργο.
  Ο Νικ ο αφηγητής είναι ετεροδιηγητικός, αφηγείται την ιστορία του Γκάτσμπυ, αλλά δεν είναι απλώς αφηγητής-μάρτυρας, αφού εμπλέκεται και ο ίδιος στην ιστορία (η μεγάλη αγάπη του Γκάτσμπυ, η Νταίζη, είναι εξαδέλφη του, και με τη βοήθειά του ο Γκάτσμπυ επανασυνδέεται μαζί της). Απομονώνω φράσεις που έχει πει ο Νικ που δίνουν τα ερμηνευτικά κλειδιά για την κατανόηση –μήπως είναι καλύτερα να πω την ερμηνεία; - του έργου.
  «Τριάντα χρονών (είναι ο αφηγητής), η υπόσχεση για μια δεκαετία μοναξιάς. Ένας κατάλογος από εργένηδες που ήξερα, να λιγοστεύει, ένα απόθεμα ενθουσιασμού ν’ αδυνατίζει, μαλλιά να αραιώνουν. Αλλά ήταν η Τζόρνταν (φίλη της Νταίζη και φίλη του Νικ) πλάι μου που αντίθετα απ’ τη Νταίζη, ήταν πολύ συνετή για να κουβαλά μαζί της κι από εποχή σε εποχή καλοξεχασμένα όνειρα (καλοδιατηρημένα θα έλεγα εγώ)» (σελ. 143). Όμως αυτός που κουβαλάει τα όνειρα αυτά σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό είναι ο Γκάτσμπυ. Η Νταίζη δεν κουβαλάει καθόλου όνειρα, όταν ξανασυναντάει τον Γκάτσμπυ είναι που ζωντανεύουν οι αναμνήσεις της, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε να αποφασίσει να παρατήσει τον άντρα της και να πάει με τον Γκάτσμπυ (παρόλο που μας την παρουσιάζει ο Φιτζέραλντ σαν κοκέτα με ένα σωρό «μνηστήρες» όταν γνώρισε τον Γκάτσμπυ, κάνοντάς μας να σκεφτούμε «μα πού πήγε ο φουκαράς κι έμπλεξε», δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη ότι αποφάσισε να πάει μαζί του για τα λεφτά του).
  Στο παραπάνω απόσπασμα υπάρχουν οι δυο λέξεις-κλειδιά: μοναξιά και όνειρα. Τα bold είναι δικά μου.
  Όμως δεν είναι όνειρα που αναφέρονται στο μέλλον, όπως να κερδίσω το λαχείο, να γίνω μεγάλος συγγραφέας, να γίνω χαλίφης στη θέση του χαλίφη, όχι, αναφέρονται στο παρελθόν, στην επανάκτηση μιας χαμένης αγάπης.
  Αυτός ο φετιχισμός με το παρελθόν νομίζω ότι έχει τη βάση του σε μια αρχή της οικονομίας που εκφράζεται και στην ψυχολογία του κάθε ανθρώπου. Όσο πιο σπάνιο είναι ένα προϊόν τόσο μεγαλύτερη είναι η ανταλλακτική του αξία (δεν σπούδασα οικονομία, είναι κατάλοιπα από τα μαρξιστικά διαβάσματα της εφηβείας μου). Και το παρελθόν έχει απόλυτη αξία, γιατί απλούστατα είναι παρελθόν, έχει φύγει, δεν το έχουμε πια, όπως ένα πολύτιμο κόσμημα που μας το έκλεψαν και δεν πουλιέται πουθενά για να το αγοράσουμε.
  Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι μια ψυχολογική στάση με μεγάλη αξία επιβίωσης (αυτός ο όρος είναι από τα διαβάσματά μου της βιολογίας). Η στάση αυτή είναι να σκεφτόμαστε τα καλά του παρελθόντος ξεχνώντας τις ζοφερές του πλευρές, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με το παρόν, που μόνο τα κακά του σκεφτόμαστε, όχι τα καλά του. Η αξία επιβίωσης έγκειται στο ότι έτσι θα αγωνιστούμε να ξεπεράσουμε τα κακά (να διώξουμε το ΔΝΤ κ.λπ.) αντί να επιχαιρόμαστε με τα καλά που έχουμε (και που τα εξέθεσε σε ένα κείμενό του ο Γιάννης Ξανθούλης που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο, όπως έναν πιο ανθρώπινο και υγιεινό τρόπο ζωής, και άλλα που δεν τα θυμάμαι). Το να αναπολούμε τα καλά του παρελθόντος –για τα κακά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα- λειτουργεί σαν το καλό κρασί, σαν το καλής ποιότητας χασίσι κ.λπ., δηλαδή ασκεί μια παρηγορητική επίδραση πάνω μας, που είναι ακόμη πιο παρηγορητική όταν συνοδεύεται με την ελπίδα ότι αυτό το παρελθόν θα το συναντήσουμε σε έναν απωλεσθέντα παράδεισο μετά θάνατο.
  Έκανα όλη αυτή τη δοκιμιακή παρέκβαση για να γίνει πιο κατανοητή η τελευταία παράγραφος του έργου: «Έτσι πάντα αγωνιζόμαστε κόντρα στο ρεύμα, που μας ρίχνει αδιάκοπα πίσω, στο παρελθόν». Το ρεύμα είναι οι καθέξεις μας στο παρελθόν που θα θέλαμε να ξεπεράσουμε. Ο Γκάτσμπι όμως δεν αγωνίστηκε, αφέθηκε να τον παρασύρει το ρεύμα.
  Αποτελεί εξαίρεση. Ο κανόνας ποιος είναι; Ένας άνθρωπος του είδους του δεν θα κόλλαγε σε μια παλιά του αγάπη. Αντίθετα, η παλιά του αγάπη θα κόλλαγε σ’ αυτόν. Με τα λεφτά που έχει θα άλλαζε τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα. Αλλά ο Φιτζέραλντ δεν θέλει να μας παρουσιάσει έναν τυπικό ήρωα αλλά έναν αποκλίνοντα, ακριβώς για να τονίσει το κύριο θέμα που τον απασχολεί, που είναι η μοναξιά.
  Όχι τόσο η ψυχολογική όσο η μεταφυσική. Σε κανένα σημείο του έργου δεν μας λέει ο Φιτζέραλντ πώς νοιώθει ο ήρωάς του, απλά υποπτευόμαστε πώς νοιώθει με το να μας τον παρουσιάζει να παρακολουθεί από μακριά τα πλούσια πάρτι του – ένας σωρός κόσμος πηγαίνει απρόσκλητος σ’ αυτά- χωρίς ο ίδιος να συμμετέχει. Με αυτά τα πάρτι προφανώς προσπαθούσε να καταπολεμήσει τη μοναξιά του.
  Και η μεταφυσική μοναξιά;
  Ο άντρας της ερωμένης του άντρα της Νταίζη τον σκοτώνει πυροβολώντας τον, νομίζοντας ότι αυτός παρέσυρε με το αμάξι του τη γυναίκα του και τη σκότωσε, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η Νταίζη που οδηγούσε. Ο Νικ τηλεφωνεί σε ένα σωρό κόσμο για την κηδεία, και φυσικά στη Νταίζη. Είναι και εκείνη η ανθρωπομάζα που συμμετείχε στα πάρτι του.
  (Στην κηδεία του) «Ο παπάς κοίταξε πολλές φορές το ρολόι του, γι’ αυτό τον πήρα κατά μέρος και του ζήτησα να περιμένει μισή ώρα. Μα κι αυτό ήταν ανώφελο. Κανένας δεν ήρθε» (σελ. 181, πάλι τα bold δικά μου). 
  Έτσι ερμηνεύεται η λίστα (δεν θυμάμαι να την ανέφερε το Ουμπέρτο Έκο στο βιβλίο του «Η ομορφιά της λίστας» που παρουσιάσαμε πρόσφατα), η λίστα των ανθρώπων αυτών που μαζεύονταν στα πάρτι του, τρεις ολόκληρες σελίδες που απαρτίζουν το τέταρτο κεφάλαιο,  το οποίο τελειώνει: «Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έρχονταν στο σπίτι του Γκάτσμπυ εκείνο το καλοκαίρι» (σελ. 68). Από όλο αυτό τον κόσμο κανείς δεν ήλθε στην κηδεία. 
  Έχω ξανακούσει τη φράση, την ψάχνω στο διαδίκτυο και τη βρίσκω ενσωματωμένη σε ένα ποίημα της Εύας Ομηρόλη. Κάνω αντιγραφή και επικόλληση το σχετικό απόσπασμα.
  Μόνοι γεννιόμαστε, μόνοι πεθαίνουμε
και τίποτα δεν μας μένει πέρα από τις στιγμές που ζήσαμε.
Τις όμορφες .
Όλες εκείνες που ξεπέρασαν για λίγο την μιζέρια και την θλίψη, όλες εκείνες που ταυτίστηκαν μαζί μας, που ανήκουν πια μόνο σε μας.
  Πάλι περάσαμε τις δυο σελίδες, ελπίζω να επανέλθω κάποια στιγμή στον Φιτζέραλντ με το «Τρυφερή είναι η νύχτα». Το έχω στην Κρήτη.

F. Scott Fitzgerald, Τρυφερή είναι η νύχτα (μετ. Μίνας Ζωγράφου), Ηριδανός, χχ σελ. 463
  Πριν το κύκνειο άσμα του, όπως χαρακτηρίζεται το «Τρυφερή είναι η νύχτα», διαβάσαμε και τον «Υπέροχο Gatsby». Ξαναδιαβάζοντας την ανάρτηση βλέπω ότι καταλήγω ως εξής: «…ελπίζω να επανέλθω κάποια στιγμή στον Φιτζέραλντ με το “Τρυφερή είναι η νύχτα”. Το έχω στην Κρήτη».
  Επανέρχομαι μετά από 4 χρόνια.
  Και αυτό το βιβλίο το διάβασα στο νοσοκομείο, μάλιστα παράγγειλα στο φίλο μου το Σταύρο να μου το φέρει, ειδικά αυτό. Καθώς ξεκίνησα να (ξανα)διαβάζω εκεί τα «Σταφύλια της οργής» ξαναέκανα τη σκέψη, μια σκέψη που είχα πρωτοκάνει συγκρίνοντας τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι: οι συγγραφείς στα μυθιστορήματά τους κινούνται μέσα σε περιβάλλοντα που τους είναι γνωστά. Οι ήρωες του «Πόλεμος και Ειρήνη» είναι πρίγκιπες, δούκες, κόμητες, άτομα της αριστοκρατίας στην οποία ανήκε και ο κόμης Λέων Τολστόι. Στα έργα του Ντοστογιέφσκι, από όσο θυμάμαι, ο μόνος πρίγκιπας είναι ένας «Ηλίθιος», ο Μίσκιν.
  Οι ήρωες του Στάινμπεκ ανήκουν στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα στα οποία ανήκε και ο ίδιος πριν ανέλθει ως μυθιστοριογράφος. Οι ήρωες του Φιτζέραλντ ανήκουν στην μέσο- και μεγαλοαστική τάξη, την τάξη του. Οι ήρωες του Στάινμπεκ ταλανίζονται από τη φτώχεια. Οι ήρωες του Φιτζέραλντ από τα υπαρξιακά τους προβλήματα. Ο κορεσμός δημιουργεί πλήξη, και η πλήξη οδηγεί στη μοναξιά. Αυτή είναι η πορεία του πάμπλουτου Γκάτσμπυ.
  Ο νεαρός ψυχίατρος Ντικ ερωτεύεται και παντρεύεται την Νικόλ, μια ασθενή του. Τα ψυχολογικά της προβλήματα προέρχονται από την μοναδική ερωτική επαφή που είχε με τον πατέρα της. Ο θάνατος της μητέρας της και γυναίκας του τους παραέφερε κοντά. Ο πατέρας νοιώθει απελπισμένος που αφέθηκε να παρασυρθεί. Η μικρή προσπαθεί να τον παρηγορήσει: «Δεν πειράζει μπαμπά, μη στενοχωριέσαι. Δεν πειράζει» (σελ.28). Όμως το τραύμα που της προκάλεσε ήταν βαθύ.
  Και το δικό του. Θα πεθάνει αλκοολικός.
  Στο μεγαλύτερο μέρος του το βιβλίο αποτελείται από σκηνές στις οποίες συμμετέχουν άτομα της τάξης του. Ο Φιτζέραλντ τα αντιμετωπίζει με κριτική κατανόηση, αλλά κάποια απ’ αυτά με ολοφάνερο σαρκασμό, όπως τις δυο επηρμένες μεγαλοαστές γυναίκες.
  «Ποτέ μου δεν ξαναείδα τέτοιες γυναίκες. Έχω γνωρίσει πολλές μεγάλες πόρνες του κόσμου και συχνά μου είχαν γεννήσει μεγάλο σεβασμό, μα τέτοιες γυναίκες, σαν κι αυτές τις δυο, ποτέ μου δεν ξαναείδα» (σελ. 418).
  Το να ερωτευτεί μια κοπελίτσα, ανερχόμενο αστέρι του κινηματογράφου, ήταν αναπόφευκτο, όπως και το να τον ερωτευθεί και αυτή. Όμως ο έρωτας αυτός είναι εκ των προτέρων καταδικασμένος στη ματαίωση. Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές θυμάμαι την «Ποιμενική συμφωνία». Το δραματικό τέλος εδώ βρίσκεται στην εγκατάλειψη του Ντικ από τη γυναίκα του. Μένει μόνος. Ο γεμάτος προσδοκίες νεαρός ψυχίατρος έχει βουλιάξει στη μετριότητα. Ήδη πριν το χωρισμό τους έπινε, έπινε υπερβολικά. Από τότε είχε αρχίσει ο ξεπεσμός του. Στη μονοσέλιδη περίληψη της ζωής του Ντικ μετά το χωρισμό του δεν αναφέρεται ότι έγινε αλκοολικός, αλλά είναι εύκολο να το φανταστούμε. Βουλιάζει συνεχώς, μέχρι που κάποια στιγμή η Νικόλ χάνει ολότελα τα ίχνη του.
  Οι ωραιότερες, οι πιο τρυφερές σελίδες του βιβλίου είναι αυτές που αναφέρονται στον έρωτα του Ντικ και της Ρόζμαρι. Αντιστέκεται στην πρώτη απόπειρά της να τον «αποπλανήσει», όχι όμως και στη δεύτερη, μετά από λίγα χρόνια. 
  Το βιβλίο είναι εν πολλοίς αυτοβιογραφικό, όμως και προφητικό. Γράφοντάς το ο Φιτζέραλντ ίσως δεν φανταζόταν ότι θα είχε το τέλος του Ντικ. Δεν μπόρεσε να γράψει τίποτα σημαντικό μετά το «Τρυφερή είναι η νύχτα» (1934). Μόνο μια συλλογή διηγημάτων εξέδωσε μετά (1935), ενώ ένα μυθιστόρημά του δεν κατάφερε να το ολοκληρώσει. Βούλιαξε σιγά σιγά στον αλκοολισμό που τον οδήγησε στο θάνατο, το 1940, στα 44 χρόνια του. 
  Είδαμε και την ομότιτλη ταινία του Henry King (1962). Φυσικά δεν μπορούσαν να χωρέσουν σ’ αυτήν, παρά τη μεγάλη της διάρκεια (2.20΄) όλα τα επεισόδια του βιβλίου. Σε αντίθεση με αυτό ξεκινάει in media res. Ακόμη, κάποια επεισόδια παραλλάσσονται επί το δραματικότερον. Πολύ καλή.

F.Scott. Fitzgerald, Ο παράδεισος του Πατ Χόμπυ (μετ. Φαίδων Ταμβακάκης), οδός Πανός 1985, σελ. 173.

  Μόλις πρόσφατα γράψαμε για τα δυο αριστουργήματα του Φιτζέραλντ, τον «Υπέροχο Γκάτσμπι» και «Τρυφερή είναι η νύχτα». Σειρά έχει σήμερα ένας μικρός τόμος με διηγήματα που έχει τίτλο «Ο παράδεισος του Πατ Χόμπυ».
  Κάνω επανειλημμένες δηλώσεις για το ίδιο πράγμα σε σημείο να καταντάω βαρετός, αλλά πρέπει να το κάνω για κάποιον που με διαβάζει για πρώτη φορά. Αυτό που θα ξαναδηλώσω τώρα είναι πως εκτιμώ αφάνταστα το χιούμορ, και όπου το συναντώ, αν πρόκειται για βιβλίο τού προσθέτω πόντους στη συνείδησή μου, αν πρόκειται για ταινία βάζω πολλά αστεράκια στο IMDB. Δεν ξέρω τι γνώμη έχουν οι κριτικοί για αυτά τα διηγήματα, αλλά εμένα μου άρεσαν εξίσου με τα δυο μυθιστορήματα που ανέφερα πιο πριν. Και όμως, όπως διαβάζω στο εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή, ο Φιτζέραλντ τα έγραψε για βιοποριστικούς λόγους, και μάλλον δεν θεωρούνται από τα κορυφαία του.
  Ο ήρωάς του, ο Πατ Χόμπυ, ένας πάλαι ποτέ επιτυχημένος σεναριογράφος την εποχή του βωβού κινηματογράφου, αγωνίζεται να επιβιώσει με μικροδουλειές στα κινηματογραφικά στούντιο όπου κάποτε διέπρεπε. Είναι βουτηγμένος στα χρέη και στο ποτό, ακριβώς όπως και ο συγγραφέας εκείνη την εποχή. Στη δύση της φήμης του, αλκοολικός, θα πεθάνει πριν προλάβουν να δημοσιευτούν όλα αυτά τα διηγήματα στο Esquire, το 1940.
  Μόνο οι μεγάλοι έχουν το χάρισμα του αυτοσαρκασμού. Και, διάβασα κάπου, αυτός που αυτοσαρκάζεται δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο να τρελαθεί. 
  Το παρακάτω απόσπασμα προσωπογραφεί τέλεια τον ήρωά του:
  «Παρόλο που αυτό μεγάλωνε την πιθανότητα να έβλεπε ο Πατ το όνομά του στους τίτλους, που τόσο το χρειαζόταν, σήμαινε ότι μπορεί να χρειαζόταν να δουλέψει κόλας. Η ιδέα και μόνο τον έκανε να διψάσει» (σελ. 48).
  Για αλκοόλ φυσικά.
  Όχι, δεν ήταν τεμπέλης ο Φιτζέραλντ, αλλά έπρεπε να δώσει όσο γινόταν πιο εντυπωσιακή την καρικατούρα του ήρωά του.
  Την έννοια της ανοικείωσης την πρότειναν οι ρώσοι φορμαλιστές, ίσως ο Σκλόφσκι αν θυμάμαι καλά. Εδώ βλέπω μια έξυπνη ανοικείωση, με την αντιστροφή μιας μεταφοράς, με το όχημα να γίνεται μεταφερόμενο και το μεταφερόμενο να γίνεται όχημα. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα.
  «Ένας τεράστιος δεινόσαυρος που έμοιαζε με γυναίκα, με ύψος πάνω από ένα ογδόντα και ανάλογο φάρδος, έσκυψε πάνω από την καρέκλα του» (σελ. 76).
  Ένα από τα διηγήματα έχει τίτλο «Βράστε νερό… και να ’ναι μπόλικο».
Χθες βράδυ το συζήταγα με μια φίλη μου, ότι ξεχνάω, ξεχνάω ονόματα, και ξέροντας ότι τα ξεχνάω, όταν φέρνω κάποιο πρόσωπο στο νου μου, στον πανικό μου μήπως έχω ξεχάσει το όνομά του δεν μπορώ να το θυμηθώ με τίποτα. Όμως ευτυχώς για τις κριτικές μου η συνειρμική μου μνήμη, που πάνω εκεί στηρίζεται και μια κάποια συγκριτολογική ικανότητα που έχω, εξακολουθεί να δουλεύει ακόμη πάρα πολύ καλά, και ελπίζω για αρκετά χρόνια ακόμη. Έτσι όταν διάβασα αυτό τον τίτλο θυμήθηκα την ατάκα «…και να ’ναι μπόλικο».   
  Ήταν από ταινία της δεκαετίας του ’60, και την έλεγε ή ο Γιαννάκης Καλαντζόπουλος ή ο Βασιλάκης Καΐλας. Το πρώτο σκέλος δεν το θυμήθηκα αμέσως, αλλά μια και δεν επρόκειτο για όνομα ήμουν σίγουρος ότι θα το θυμόμουνα.
  Και πράγματι μετά από κάμποση ώρα το θυμήθηκα: «Βάλε μου μια δραχμή ψωμί και να ’ναι μπόλικο. Βάλε μου μια δραχμή τυρί και να ’να μπόλικο».
  Η ατάκα ήταν εντυπωσιακή γιατί σήμαινε, αναλογίζομαι τώρα, ή μια παράκληση να του βάλει ο μπακάλης κάτι παραπάνω, ή μια προειδοποίηση να μην τον κλέψει στο ζύγι, κάτι συνηθισμένο εκείνη την εποχή.
  Την ταινία δεν μπόρεσα να τη θυμηθώ. Αλλά, σκέφτομαι τώρα, ας κάνω τον κόπο, ας ψάξω στη google, ίσως τη βρω.
  Μπα, ψύλλους στ’ άχερα. Όμως μια και μπήκα στη google είπα να ψάξω και για την ανοικείωση (остранение). Τελικά καλά θυμόμουν, ο Σκλόφσκι πρότεινε τον όρο. Για να δούμε, τον λένε Βίκτωρ;
  Μπράβο μου!!!! Καλά θυμόμουν και το μικρό του.
  Αυτή την ιστορία την έχω ξαναγράψει, ας τη γράψω ακόμη μια φορά.
  Ήταν δεκαετία του πενήντα.
  Πηγαίνω στο μπακάλικο της Αθηνάς της Παραουλάκη, που ήταν στην πλατεία του χωριού.
  -Αθηνά, δώσε μου ένα πενηνταράκι χαλουβά (ένα πενηνταράκι είχα όλο κι όλο).
Αυτή κόβει ένα κομμάτι, το βάζει σε ένα χαρτί, το φέρνει κάτω από τη μύτη μου και μου λέει –Μύρισε.
  Σκύβω και μυρίζω.
  –Δώσε μου τώρα το πενηνταράκι.
  Τι χαλβά να πάρεις με ένα πενηνταράκι;
  Είχε χιούμορ η Αθηνά, που το κληρονόμησε ατόφιο ο γιος της ο Κωστής.
  Όμως μου έδωσε χαλβά.

  Και ήταν μπόλικος. 
Post a Comment