Book review, movie criticism

Monday, September 18, 2017

Μια διαφορά ανάμεσα στους κινέζους και τους γιαπωνέζους


Μια διαφορά ανάμεσα στους κινέζους και τους γιαπωνέζους

Βλέπω το «Mystery train» του Jim Jarmusch (από την Πέμπτη στους κινηματογράφους) και παρατήρησα κάτι που μου φάνηκε αστείο. Μια διαφορά ανάμεσα στους κινέζους και τους γιαπωνέζους (εκτός από τα μάτια) είναι αυτή εδώ, που την πρόσεξα μόλις τώρα. Οι κινέζοι (αυτό το ήξερα), δεν μπορούν να προφέρουν το ρ και το λένε λ. Ο Τσίπρας στα κινέζικα είναι Τσίπουλασι. (Ο Μάρξ Μάκεσι). Βλέπω την γιαπωνέζα κοπέλα στο έργο, τον Έλβις να τον προφέρει Έρβις. Και θυμήθηκα (κάποτε ξεκίνησα να μαθαίνω γιαπωνέζικα) ότι δεν συνάντησα λέξη με λ. (Και επειδή δεν εμπιστεύομαι πια τη μνήμη μου το επιβεβαίωσα ρίχνοντας μια ματιά στο le japonais san paine «Τα γιαπωνέζικα χωρίς κόπο». Έφτασα μέχρι τα μισά του δεύτερου τόμου. Παρακολούθησα και τη γιαπωνέζικη σειρά από την εκπαιδευτική τηλεόραση, πριν χρόνια).

Sunday, September 17, 2017

Σύλβια Πλαθ, Ο Γυάλινος Κώδων

Σύλβια Πλαθ, Ο Γυάλινος Κώδων (μετ. Γιάννα Νικολίτσα), Αίολος 1984, σελ. 254


  Είχα ξεχάσει ότι το είχα διαβάσει. Ευτυχώς πριν ξεκινήσω να το διαβάζω κοίταξα την τελευταία σελίδα όπου είδα την ημερομηνία 26-4-2003 και την υπογραφή μου. Έτσι κάνω σε κάθε βιβλίο που διαβάζω, γράφω την ημερομηνία που το τελειώνω και βάζω την υπογραφή μου. Ο σκληρός δίσκος του εγκεφάλου κάνει από μόνος του delete. Κάποιοι συνειρμοί μπορεί να κάνουν undelete σε ορισμένα από τα σβησμένα αρχεία, όπως κάνουν και κάποια προγράμματα στον υπολογιστή. Τελικά μόνο οι εξωτερικοί δίσκοι σώζουν: το ημερολόγιο, οι καταγραμμένες αναμνήσεις και, στην περίπτωση των βιβλίων που διάβασα, το blog μου, όπου γράφω την κριτική μου παραθέτοντας και κάποια αποσπάσματα. Καθώς το 2003 δεν είχα blog δεν έγραψα για το βιβλίο. Έκανα όμως κάτι άλλο, που κάνω για κάθε βιβλίο που διαβάζω: υπογραμμίζω. Ακόμη και στα βιβλία που διαβάζω σε pdf βάζω note, ώστε να μπορώ να ανατρέξω κάποια στιγμή αν χρειαστεί.
  Στα 67 μου είναι πια πολυτέλεια για μένα να ξαναδιαβάζω βιβλία, έτσι δεν πρόκειται να το ξαναδιαβάσω. Σκέφτηκα όμως να παραθέσω κάποιες από τις υπογραμμίσεις μου, που δίνουν πιστεύω μια εικόνα της Σύλβιας Πλαθ. Στο αυτί του βιβλίου, στην αρχή της δεύτερης παραγράφου, διαβάζω ότι «Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αυτοβιογραφική τη νουβέλα της Ο γυάλινος Κώδων».
  «Έτσι γινόταν πάντα. Έβαζα στο μάτι έναν άντρα που από μακριά φαινόταν τέλειος, μόλις όμως τον γνώριζα καλύτερα έβλεπα αμέσως ότι δεν μου άρεσε καθόλου» (σελ. 85).
  «Αν νευρωτική θα πει να θέλεις την ίδια στιγμή δυο πράγματα που αλληλοαποκλείονται, τότε μάλιστα, είμαι νευρωτική. Και θα πετάω συνέχεια ανάμεσα σ’ αυτές τις αλληλοαποκλειόμενες καταστάσεις σ’ όλη μου τη ζωή» (σελ. 95).
 «Και είχα αποφασίσει να μη μείνω ποτέ στο ίδιο σπίτι με τη μητέρα μου πάνω από μια βδομάδα» (σελ. 119).
  «Το ποτισμένο στον ιδρώτα βαμβακερό ανάδινε μια ξινή αλλά ευχάριστη μυρωδιά. Δεν είχα καν λουστεί εδώ και τρεις βδομάδες. Δεν είχα κοιμηθεί εδώ και εφτά νύχτες» (σελ. 127).
  «Στην Ιαπωνία καταλάβαιναν από πράγματα του πνεύματος. Κι όταν κάτι πήγαινε άσχημα, έκαναν χαρακίρι» (σελ. 137). Στη συνέχεια περιγράφει πώς γίνεται το χαρακίρι.
  «(συζήτηση για μια φυλακή)… τις πρώτες μέρες του χειμώνα μαζεύουμε όλους εκείνους τους γέρους ζητιάνους της Βοστώνης. Πετάνε ένα τούβλο σ’ ένα παράθυρο, τους τσιμπάει η αστυνομία κι έτσι περνάνε χειμώνα με θέρμανση, με τηλεόραση, άφθονο φαΐ και μπάσκετ το Σαββατοκύριακο» (σελ. 150).
  «Υποπτευόμουν ότι η μητέρα μου είχε τηλεφωνήσει στην Τζόντι και την είχε παρακαλέσει να μου ζητήσει να βγούμε, για να μην κάθομαι όλη μέρα στο δωμάτιο με τα στόρια κλειστά» (σελ. 155).
  Στη σελίδα 160 περιγράφει την προσπάθειά της να αυτοκτονήσει με πνιγμό. «Βούτηξα πάλι, ξανά και ξανά και κάθε φορά πεταγόμουν προς τα πάνω σαν φελλός. Ο γκρίζος βράχος με κορόιδευε επιπλέοντας ήσυχα ήσυχα πάνω στο νερό, σαν σωσίβιο. Παραδέχτηκα ότι νικήθηκα. Γύρισα πίσω» (σελ. 161-162).
  «Η μητέρα μου πίστευε ότι η καλύτερη θεραπεία για να πάψεις να σκέφτεσαι συνέχεια τον εαυτό σου, ήταν να βοηθήσεις κάποιον που βρισκόταν σε πολύ χειρότερη θέση, έτσι η Τερέζα τα κανόνισε να πάω εθελόντρια στο δημοτικό νοσοκομείο» (σελ. 161).
  «…όπου κι αν καθόμουν, είτε στο κατάστρωμα ενός καραβιού είτε σ’ ένα υπαίθριο καφενείο στο Παρίσι ή στην Μπανγκόκ, θα ’μουν πάντα καθισμένη κάτω από κείνο τον ίδιο γυάλινο κώδωνα και θ’ ασφυκτιούσα μέσα στην ίδια την ξινή μου ανάσα» (σελ. 185).
  «Έφερνα στο μυαλό μου το πρόσωπο της μητέρας μου, χλομό παραπονιάρικο φεγγάρι, στην πρώτη και τελευταία της επίσκεψη στην ψυχιατρική κλινική, τη μέρα που έκλεινα τα είκοσί μου χρόνια. Η κόρη της στο ψυχιατρείο! Αυτό της είχα κάνει. Παρ’ όλα αυτά, ήταν αποφασισμένη να με συγχωρήσει» (σελ. 236).

  Αυτά από την Σύλβια Πλαθ. 

Friday, September 15, 2017

David F. Sandberg, Anabelle: creation (2017)

David F. Sandberg, Anabelle: creation (2017)


Από χθες στους κινηματογράφους.
  Να το πούμε από την αρχή, πρόκειται για ταινία τρόμου. Η Αναμπέλ, μικρό κοριτσάκι, πεθαίνει σε τροχαίο. Οι γονείς είναι απαρηγόρητοι με το θάνατό της. 16 χρόνια μετά φιλοξενούν προσωρινά κάποια κορίτσια από ένα ορφανοτροφείο που έκλεισε. Και συμβαίνουν διάφορα περίεργα στην αρχή, και στο τέλος τρομακτικά. Σε μια κούκλα (ο πατέρας της Αναμπέλ είναι κουκλοποιός) έχει φωλιάσει το πνεύμα του κακού. Και θα σκορπίσει όχι μόνο τον τρόμο, αλλά και το θάνατο.

  Τρόμαξα πολύ μ’ αυτό το έργο, τόσο πολύ, που λέω να μην ξαναδώ ταινία τρόμου.    

Thursday, September 14, 2017

Mauro Bolognini, Il Bell’ Antonio (1960)

Mauro Bolognini, Il Bell’ Antonio (1960)


  Από σήμερα στο Ζέφυρο, σε επανέκδοση.
  Ένα έργο με πρωταγωνιστές τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και την Κλαούντια Καρντινάλε είναι από μόνο του πολύ ενδιαφέρον. Όμως εμένα δεν μου άρεσε. Δεν μου άρεσε το στόρι, το οποίο χρεώνεται στο μυθιστόρημα του Vitaliano Brancati, του οποίου είναι μεταφορά.
  Ο ωραίος Αντόνιο, που τον λιγουρεύονται όλες οι γυναίκες, κάποια στιγμή μένει ανίκανος. Πριν τα γράμματα της αρχής, η φίλη του λέει ότι τον θέλει έστω κι έτσι, να είναι κοντά της. Τον παρακαλεί να μη φύγει. Έχει δει το γράμμα του πατέρα του που του λέει να γυρίσει στην πατρίδα του, την Κατάνια. Όμως αυτός επιστρέφει. Πιθανόν δεν θέλει να μείνει κοντά της όντας ανίκανος.
  Οι γονείς του τον πιέζουν να παντρευτεί. Αυτός αρνείται. Την Barbara που του προξενεύουν δεν θέλει ούτε να τη δει. Θα αλλάξει όμως γνώμη όταν δει τη φωτογραφία της. Είναι κούκλα. Όπως εξομολογείται αργότερα, πίστευε ότι μ’ αυτή θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημά του. Όμως όχι. Και πάλι δεν τα κατάφερε. Μετά από ένα χρόνο αυτή θα τον χωρίσει και θα παντρευτεί ένα πλούσιο δούκα. Ο γάμος τους, αφού δεν ολοκληρώθηκε σεξουαλικά, είναι άκυρος κατά την εκκλησία. Στο επεισόδιο στο οποίο ο πατέρας του Αντόνιο συζητάει με τον ιερέα το σχετικό ζήτημα θίγεται η διπροσωπία της εκκλησίας, που από τη μια θεωρεί το σεξ αμαρτία και από την άλλη, εξαιτίας της έλλειψής του, είναι έτοιμη να διαλύσει ένα γάμο.
  Στην κριτική μου για το «Ένα κάποιο τέλος» μίλησα για τα αφηγηματικά κενά που υπάρχουν σε μια ταινία και που δεν υπάρχουν στο μυθιστόρημα. Τα κενά αυτά τα συμπληρώνει ο θεατής. Στο τέλος της ταινίας του Μπολονίνι υποψιαζόμαστε ότι το παιδί που πρόκειται να γεννήσει η υπηρέτρια δεν είναι του Αντόνιο, ότι είναι του ξαδέλφου του, γιατί αυτό δεν δηλώνεται ξεκάθαρα. Με το να δεχθεί την πατρότητα ο Αντόνιο έχουμε με ένα σμπάρο τρία τρυγόνια: δεν θα παρουσιαζόταν πια στον κόσμο ως ανίκανος, η υπηρέτρια βρήκε ένα σύζυγο και το παιδί που θα γεννιόταν ένα πατέρα. Ξέχασα, και ένα τέταρτο τρυγόνι, ο ξάδελφος που γλίτωσε ένα μπελά.
  Δεν μου αρέσουν τα έργα με το unhappy end, γιατί αυτό το τέλος δεν ήταν happy. Είχα δει παλιά την ταινία αλλά δεν την θυμόμουνα. Φανταζόμουνα ότι ο Αντόνιο θα έλυνε το πρόβλημα της ανικανότητάς του με την υπηρέτρια, αλλά όχι, έλυσε απλά το πρόβλημα του διασυρμού του ως ανίκανος.


Stephen Frears, Victoria and Abdul (2017)



Stephen Frears, Victoria and Abdul (2017)

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Τελικά πρέπει να είναι πολλοί εκείνοι που, όπως εγώ, αρέσκονται σε πραγματικές ιστορίες, και γι’ αυτό γυρίζονται πάρα πολλές ταινίες «βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα». Η ταινία του Στίβεν Φρίαρς στηρίζεται σε μια πραγματική ιστορία, στη σχέση ανάμεσα στη Βασίλισσα Βικτωρία και στον ινδό υπηρέτη της Abdul Karim.
  Χαριτωμένη κωμωδία στην αρχή, συγκινητικό δράμα στο τέλος. Μέσα από την «παράταιρη» σχέση μιας βασίλισσας με ένα υπηρέτη της που μάλιστα είναι «έγχρωμος», όπως επισημαίνουν συχνά οι αυλικοί της που δεν τον βλέπουν με καθόλου καλό μάτι, και μάλιστα ο γιος της, θίγεται το πρόβλημα του ρατσισμού και της διαφοράς των πολιτισμών (ο μουσουλμάνος Καρίμ με τη γυναίκα και την πεθερά του καλυμμένες με την μπούργκα) που δεν πρέπει όμως να τη θεωρούμε σαν ανυπέρβλητο εμπόδιο. Μάθαμε και ιστορικά στοιχεία, για μια εξέγερση μουσουλμάνων στην Ινδία, και αυτοβιογραφικά στοιχεία για τη βασίλισσα (εννιά παιδιά, πόσα εγγόνια δεν θυμάμαι). Στα γράμματα τέλους μάθαμε ότι ο πραγματικός Καρίμ, μετά το θάνατο της βασίλισσας το 1901, επέστρεψε στην πατρίδα του.   
  Γράφοντας αυτές τις γραμμές θυμήθηκα μια εξαιρετική ταινία που έχει σαν θέμα επίσης μια παράταιρη σχέση, ανάμεσα σε ένα αξιωματικό του τσαρικού στρατού και σε ένα νομάδα κυνηγό. Ακίρα Κουροσάβα, «Dersu Uzala», αξίζει να ξαναδείτε την ταινία αν δείτε και την ταινία του Στίβεν Φρίερς, την οποία σας συνιστώ να δείτε.  

Mohamed Ben Attia, Η ιστορία του Hedi, 2016



Mohamed Ben Attia, Η ιστορία του Hedi, 2016

Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Είχα καιρό να συναντήσω έργο με το δίπολο «Συμβιβασμός/μη συμβιβασμός» που πραγματεύθηκα στο διδακτορικό μου, και μάλιστα με τη μορφή του διλλήματος. Ο Χεντί βρίσκεται μπροστά σ’ αυτό το δίλημμα: να συμβιβασθεί και να παντρευτεί την κοπέλα που μάλλον του προξένεψαν, και η οποία τον αγαπάει αλλά δεν την έχει ούτε καν φιλήσει στα τρία χρόνια του αρραβώνα τους, ή να φύγει με την κοπέλα που αγαπάει, την οποία συνάντησε σε ένα ξενοδοχείο όπου αυτή δούλευε σαν υπάλληλος;
  Όλα αυτά στην Τυνησία, στην πιο προοδευτική μουσουλμανική χώρα στην οποία, πριν την αραβική άνοιξη (διάβαζε: αραβικός μεσαίωνας) απαγορευόταν δια νόμου η πολυγαμία, παρά τη σαρία (δεν ξέρω αν η απαγόρευση ισχύει ακόμη). Βέβαια τώρα πια οι περισσότεροι μουσουλμάνοι παντρεύονται μόνο μια γυναίκα, λόγω επίδρασης της Δύσης αλλά και για λόγους οικονομικούς. Όμως μεγιστάνες όπως οι Μπιν Λάντεν μπορούν να παντρεύονται όσες γυναίκες θέλουν (για την ακρίβεια, δεν μπορούν να είναι παντρεμένοι με περισσότερες από τέσσερις κάθε φορά. Χωρίζουν μία και παίρνουν άλλη. Έτσι μπορούν και αποκτούν ένα σωρό παιδιά).
  Ο Mohamed Ben Attia, σαν άνδρας, εστιάζει στο ανδρικό πρόβλημα. Η τυνήσια Mufida Tlatli, σαν γυναίκα, στην ταινία της «Οι σιωπές του παλατιού» εστιάζει στο γυναικείο πρόβλημα. Μίλησα γι’ αυτή την ταινία σε ένα συνέδριο πριν κάποια χρόνια.
  Τώρα, αρκετά σπόιλερ κάνω στις αναρτήσεις μου, δεν θα σας πω τι επέλεξε ο Χεντί. Η ταινία είναι πολύ καλή, αξίζει να τη δείτε.
 

Ritesh Batra, The sense of an ending (Ένα κάποιο τέλος, 2017)



Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Να πούμε καταρχάς ότι το έργο είναι μια κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Julian Barnes, για το οποίο κέρδισε το βραβείο Booker.
  Το κύριο θέμα του έργου είναι το παρελθόν που κάποιες φορές μας κυνηγά.
  Ο Τόνι παίρνει ένα γράμμα. Η μητέρα της Βερόνικα, μιας παλιάς του συμφοιτήτριας και φίλης, του έχει  αφήσει στη διαθήκη της το ημερολόγιο του Adrian, ενός συμφοιτητή τους με τον οποίο τα έφτιαξε η κόρη της παρατώντας τον. Ο Τόνι τους γράφει μια πικρόχολη επιστολή. Ο Adrian λίγο μετά αυτοκτόνησε. Το ημερολόγιο βρίσκεται στα χέρια της Βερόνικα, η οποία δεν θέλει να του το δώσει. Συναντούνται, και το παρελθόν αναβιώνει, με την κάμερα να μας δείχνει πότε το παρελθόν και πότε το παρόν.
  Υπάρχει και το μοτίβο που έχω συναντήσει κάποιες φορές τώρα τελευταία, οι χωρισμένοι τα ξαναβρίσκουν. Ο Τόνι τα ξαναβρίσκει με τη γυναίκα του η οποία τον είχε παρατήσει πριν χρόνια, αλλά διατηρούσαν σχέσεις. Έχουν εξάλλου και μια κόρη που πρόκειται να γεννήσει.
   Βλέποντας την ταινία και ξέροντας ότι είναι μεταφορά ενός βραβευμένου μυθιστορήματος έκανα κάποιες σκέψεις. Συνήθως η κινηματογραφική μεταφορά υπολείπεται του μυθιστορήματος, ιδιαίτερα αν είναι αριστούργημα. Δεν έχω διαβάσει το μυθιστόρημα, αλλά είμαι σίγουρος ότι συμβαίνει το ίδιο και εδώ. Δεν είχα την αίσθηση της αφηγηματικής ασάφειας που είχα στο «The last step», αλλά ένοιωθα ότι κάτι έλλειπε, κάτι δεν με ικανοποιούσε. Αυτό το «κάτι» που ένοιωθα να λείπει στην πλοκή (για παράδειγμα δεν μας λέγεται γιατί αυτοκτόνησε ο Άντριαν) πιθανόν να μην υπάρχει στο μυθιστόρημα, όπου δεν υπάρχουν αφηγηματικά κενά και οι πληροφορίες είναι πολύ περισσότερες από ό,τι στην ταινία, η οποία σαν «γλώσσα» αλλά και σαν διάρκεια έχει περιορισμένες δυνατότητες. Και το ημερολόγιο δεν το πήρε τελικά ο Τόνι, μένοντας άλυτο το σασπένς για το τι μπορεί να έγραφε μέσα.  

   

Wednesday, September 13, 2017

Ali Mosaffa, The last step (2012)

Ali Mosaffa, The last step (2012)


  Το κινηματογραφικό ζευγάρι Leila Hatami και Ali Mosaffa ίσως να μην είναι σε πολλούς γνωστό, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι ιρανοί. Το είδαμε στις ταινίες «What’s the time in your world» και «Leila». Στο «The last step» ο Ali Mosaffa δεν πρωταγωνιστεί απλά, υπογράφει και το σενάριο.
  Συχνά βλέπουμε πεζογραφήματα να γίνονται ταινίες, αλλά το να γίνει μια σύμφυρση δυο πεζογραφημάτων σε μια ταινία δεν είναι και τόσο συνηθισμένο. Όμως αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του «The last step». Τα πεζογραφήματα είναι το διήγημα «Ο νεκρός» από τους «Δουβλινέζους» του Τζέημς Τζόυς» και η νουβέλα «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» του Τολστόι.
  Τους «Δουβλινέζους» τους διάβασα πριν κοντά πέντε χρόνια, και μάλιστα είδα και την κινηματογραφική μεταφορά που έκανε ο John Huston αυτού του διηγήματος, με τον ίδιο τίτλο. Το «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» το διάβασα τώρα. Από τις τρεις κινηματογραφικές μεταφορές του είχαμε δει τον «Ikiru» («Ο καταδικασμένος») του Ακίρα Κουροσάβα, και τώρα είδαμε το «A simple death» του Alexander Kaidanovsky και το «Ivans Xtc» («Μια δεύτερη ευκαιρία») του Bernard Rose.
  Το έχω ξαναγράψει, δεν μου αρέσουν οι ασαφείς πλοκές, πλοκές που θα πρέπει να στύψεις το κεφάλι σου για να βγάλεις κάποιο νόημα, για να τοποθετήσεις τα επεισόδια σε μια λογική σειρά. Αυτός ήταν ένας επί πλέον λόγος για να διαβάσω τον «Θάνατο του Ιβάν Ίλιτς», μπας και βγάλω κάποια άκρη. Και πριν ξεκινήσω να γράφω αυτή την κριτική έψαξα στο διαδίκτυο, και έπεσα πάνω σε μια κριτική που αντανακλά περίπου και τα δικά μου συναισθήματα, και βάζει σε κάποια τάξη τα σκόρπια επεισόδια όπως περίπου τα έβαλα κι εγώ· γιατί τα επεισόδια είναι σκόρπια, και ορισμένα απ’ αυτά ημιτελή, τα οποία τα ξαναβλέπουμε με μια κάποια συνέχεια, και αργότερα ξανά.
  Ο Χοσρόης είναι νεκρός και αφηγείται την ιστορία. Η γυναίκα του η Leili είναι ηθοποιός (ερασιτέχνης μήπως;) και παίζει σε μια ταινία στην οποία ο άντρας της κάποια στιγμή πεθαίνει και αφηγείται σαν νεκρός (αντικατοπτρική ιστορία). Σ’ αυτήν έχει, αν θυμάμαι καλά, κάποιο ρόλο και ένας γιατρός, ο οποίος είχε πει ψέματα στον Χοσρόη ότι είχε καρκίνο στα πνευμόνια, αναγκάζοντάς τον να νοιώσει, όπως και ο Ιβάν Ίλιτς, την αγωνία του επερχόμενου θανάτου. Είναι ερωτευμένος με την Leili. Όμως ο Χοσρόης δεν θα πεθάνει από καρκίνο του πνεύμονα, αλλά από άλλο καρκίνο (υποθέτουμε) στο κεφάλι. Αυτός εξελίχθηκε ως εξής: αρχικά ήταν ένα κτύπημα από κάποιο συμμαθητή του στα παιδικά χρόνια (θα του το ανταποδώσει μεγάλος), στη συνέχεια ένα αθέλητο κτύπημα από τη γυναίκα του η οποία, σωστά μαντεύει, δεν είναι πια ερωτευμένη μαζί του, πράγμα που τον πληγώνει αφάνταστα, και τέλος ένα ατύχημα με τα πατίνια σε κεντρικό δρόμο, επεισόδιο που βλέπουμε στην αρχή του έργου. Όμως ο θάνατος θα τον βρει στο τελευταίο σκαλοπάτι, πιο ψηλό από τα άλλα, σε ένα σπίτι που έχτισε για τη γυναίκα του (είναι αρχιτέκτονας), κακοδουλειά των οικοδόμων, και άντε να γκρεμίσουν τώρα τη σκάλα.
  Κάποια στιγμή ανακαλύπτει, όπως και ο «Νεκρός» του Τζόυς, ότι η γυναίκα του δεν ξέχασε ποτέ τον νεαρό που την είχε ερωτευθεί έφηβη, και που η άρνησή της σίγουρα προκάλεσε τον θάνατό του. Όταν μαθαίνει για αυτόν τον νεαρό ο Χοσρόης αντιλαμβάνεται γιατί η γυναίκα του δεν μπορεί να τον αγαπήσει. Η μνήμη του φαίνεται να την στοιχειώνει.
  Η μητέρα του γιατρού, που πάσχει από Alzheimer, πληκτρολογεί στο λάπτοπ ένα μυθιστόρημα που της διαβάζει η γυναίκα που την προσέχει. Αντικατοπτρική ιστορία; Ίσως είναι ο «Νεκρός» του Τζόυς (Ναι, το επιβεβαίωσα). Ο γιος της, παρόλο που της λέει ότι αυτό δεν την βοηθάει στην αρρώστια της, της διαβάζει το απόσπασμα με τον νεαρό για να το πληκτρολογήσει. Στη συνέχεια όμως συνεχίζει εκτός βιβλίου, και αφηγείται ότι είπε ψέματα στον Χοσρόη ότι έχει καρκίνο στα πνευμόνια. Και, σε αναδρομή, μεταφερόμαστε σ’ αυτό το επεισόδιο.
  Ο Χοσρόης είναι διπλά τραγικός, σαν τολστοϊκός ήρωας και σαν τζοϋσικός. Σαν τολστοϊκός ζει την αγωνία ενός επερχόμενου θανάτου, που όμως, όπως είπαμε, δεν θα προέλθει από καρκίνο του πνεύμονα αλλά από άλλον καρκίνο που αγνοούσε, αυτόν στο κεφάλι. Σαν τζοϋσικός, επειδή ξέρει ότι η γυναίκα του δεν τον αγαπά γιατί τη μνήμη της την έχει στοιχειώσει η ανάμνηση εκείνου του νεαρού.
  Αυτό κι αν είναι σπόιλερ, αλλά αν αποφασίσετε να δείτε την ταινία (εξαιρετική η Leila Hatami στο ρόλο της Leili, πιστεύω θα είδατε το «Ένας χωρισμός»), η κριτική μου αυτή θα σας βοηθήσει.