Book review, movie criticism

Thursday, August 31, 2017

Paolo and Vittorio Taviani, Allonsanfan (1974)



Paolo and Vittorio Taviani, Allonsanfan (1974)

Από σήμερα στον Ζέφυρο, σε επανέκδοση.
  O Φούλβιο (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι), αριστοκράτης αλλά οπαδός του Ναπολέοντα και μέλος μιας μυστικής επαναστατικής αδελφότητας, μετά την Παλινόρθωση ρίχνεται στη φυλακή. Όμως ελευθερώνεται από τις αρχές, οι οποίες πιστεύουν ότι μέσω αυτού θα παγιδεύσουν τους συντρόφους του. Ο επαναστάτης ανήκει πια στο παρελθόν, προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τους παλιούς συντρόφους του, αλλά δεν τα καταφέρνει. Ο ηθικός του ξεπεσμός φαίνεται όταν αφήνει να πνιγεί ο πιο στενός του φίλος (στην πραγματικότητα είχε την πρόθεση να τον σκοτώσει) για να του φάει την γκόμενα. Αργότερα θα προδώσει και τους συντρόφους του. Αλλά η θεία δίκη καραδοκεί.
  Θα το γράψω άλλη μια φορά, δεν μου αρέσουν οι ιστορίες όπου ο κεντρικός ήρωας είναι ένα αρνητικό πρόσωπο, που μου προκαλεί αποτροπιασμό. Και τέτοιος είναι ο Φούλβιο. Ακόμη, με αφήνει αμήχανο η προτιθέμενη σκηνοθετική πρόσληψη (αλλιώς: «τι θέλει να πει ο ποιητής»), την οποία δεν κατάλαβα, ή αν είναι αυτό που υποπτεύομαι με βρίσκει αντίθετο. Με συγκινούν οι μειοψηφίες που επιμένουν στο επαναστατικό τους όραμα, ακόμη κι αν είναι τάγματα ξυπόλυτα και έχουν πέσει μέσα σε σκοτάδια απόλυτα.
  Η εξαιρετική σκηνοθεσία, με το κατά τόπους μπουρλέσκ όπως και ένα κάποιο στυλιζάρισμα, και που μου θύμισε αρκετά τον συγχωρεμένο τον Αγγελόπουλο, δεν ήσαν αρκετά για να μου αρέσει η ταινία. Ούτε και το εξαιρετικό μουσικό μοτίβο του Ένιο Μορικόνε. Αλλά, να το επαναλάβω ακόμη μια φορά; Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, και αυτή η ταινία των Ταβιάνι θεωρείται αριστούργημα. Εσάς μπορεί να σας άρεσε, όσοι την έχετε ήδη δει, και να σας αρέσει, όσοι θα την δείτε.

Amma Assante, A united Kingdom (Ένα ενωμένο βασίλειο, 2017)

Amma Assante, A united Kingdom (Ένα ενωμένο βασίλειο, 2017)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Εξαιρετική ταινία, με μια τριπλή θεματική: Τα σύνορα της αγάπης, ρατσισμός και αποικιοκρατική πολιτική, πάνω σε μια πραγματική ιστορία.
  Ο Σερέτσε Χάμα σπουδάζει νομικά στο Λονδίνο. Γνωρίζεται με την Ρουθ Ουίλλιαμς, την οποία ερωτεύεται. Τον ερωτεύεται και αυτή. Θα παντρευτούν.
  Το πρώτο κώλυμα: είναι μαύρος και αυτή λευκή. Το δεύτερο κώλυμα: είναι ο διάδοχος του θρόνου της Μποτσουάνα, προτεκτοράτο της Αγγλίας, και τον αντικαθιστά ως αντιβασιλέας ο θείος του. Τόσο οι γονείς της Ρουθ όσο και ο θείος είναι αντίθετοι σ’ αυτό το γάμο. Αρχικά και ο λαός της Μποτσουάνας.
  Και δεν είναι μόνο αυτό, έχουμε και τα πολιτικά παιχνίδια. Η αγγλική κυβέρνηση είναι αντίθετη σε αυτό τον γάμο για να μην τα χαλάσει με τη γειτονική Νότια Αφρική, που μόλις έχει εφαρμόσει το apartheid. Φοβάται μήπως αποχωρήσει από την Κοινοπολιτεία. Εξορίζει τον Χάμα για πέντε χρόνια. Ο Τσώρτσιλ, ως αντιπολίτευση, υπόσχεται ότι αν κερδίσει τις εκλογές θα άρει την ποινή της εξορίας. Μόλις γίνεται κυβέρνηση την κάνει εφ’ όρου ζωής (Μη νομίζεται ότι μόνο οι δικοί μας πολιτικοί κοροϊδεύουν προεκλογικά, παντού και πάντα έτσι γίνεται. Ας μην ξεχνάμε και το λαϊκό κόμμα που κέρδισε τις εκλογές το 1920 με την υπόσχεση ότι θα αποστρατεύσει τα παιδιά, και αντί γι’ αυτό τα έβαλε στο δρόμο για την κόκκινη μηλιά).
  Οι ίντριγκες θα αποκαλυφθούν, ανιψιός και θείος θα τα βρουν, τα διαμάντια που ανακαλύφθηκαν θα παίξουν κι αυτά το ρόλο τους, και ο φωτισμένος βασιλιάς θα κηρύξει τη δημοκρατία και θα γίνει ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος. Ο τέταρτος θα είναι ο γιος του. Η Μποτσουάνα θα αποκτήσει την ανεξαρτησία της το 1966. Αυτά τα τελευταία τα μαθαίνουμε από τα γράμματα τέλους.

  Υπέροχη ταινία, θα ήταν κρίμα να μην την δείτε. 

Guillaume Canet, Rock’n roll (Μεγάλωσε αν τολμάς, 2017)

Guillaume Canet, Rockn roll (Μεγάλωσε αν τολμάς, 2017)
  

Από σήμερα στους κινηματογράφους
  Το θέμα της ταινίας είναι η κρίση της μέσης ηλικίας.
  O Γκιγιώμ Κανέ (εκτός από σκηνοθέτης είναι και ο πρωταγωνιστής της ταινίας) είναι 42 χρονών. Ηθοποιός, όπως και σύντροφός του η Μαριόν Κοτιγιάρ, θα περάσει ένα σοκ όταν η νεαρή συμπρωταγωνίστριά του που στην ταινία είναι κόρη του θα του πει ότι δεν αποτελεί πια αντικείμενο ερωτικής έλξης για τις κοπέλες της γενιάς της. Δεν είναι πια ροκ.
  Το ροκ δηλαδή είναι ένα σήμα κατατεθέν της νεότητας.
  Θα προσπαθήσει να γίνει ροκ. Θα δούμε και τον σταρ του γαλλικού ροκ, τον Τζόνυ Χαλλιντέι, να παίζει στην ταινία τον εαυτό του. Βέβαια ο Κανέ θα τα κάνει θάλασσα.
  Και επιχειρεί καινούρια πράγματα: μπότοξ και body-building. Θα αλλάξει φάτσα, θα αλλάξει σώμα, και βέβαια τον καινούριο Κανέ θα υποδυθεί άλλος ηθοποιός.
  Εδώ φαίνεται να έχει επιτυχία. Αποτελεί πια αντικείμενου του πόθου για την Μαριόν, επίσης ηθοποιου, που τελευταία δεν είχε και μεγάλη διάθεση για σεξουαλικές επαφές. Και αυτή θα περάσει παρόμοιο σοκ, χωρίς όμως τις ίδιες αντιδράσεις, όταν την πληροφορούν ότι είναι πολύ μεγάλη για το ρόλο της ταινίας και θα τον δώσουν στη Λεά Σεϊντού.
  Κωμωδία χωρίς πολύ γέλιο στην αρχή, εξελίσσεται σε δράμα όταν ο Κανέ γελοιοποιείται, για να γίνει πάλι κωμωδία με το χάπι εντ στο τέλος του έργου.
  Δεν ξέρω αν άλλη κωμωδία πραγματεύτηκε το θέμα της κρίσης της μέσης ηλικίας με επιτυχία, γιατί πιστεύω ότι το θέμα αυτό μόνο σαν δράμα μπορεί να το πραγματευθεί ένας σκηνοθέτης.
  Συμβουλή: εσείς οι σαραντάρηδες που θα πάτε να δείτε την ταινία, μην τρέξετε μετά στα μπότοξ και στα γυμναστήρια, εκτός πια και αν δεν ελκύεται σεξουαλικά τη γυναίκα-σύντροφό σας. Ο Κανέ (δεν συγκράτησα το όνομα που είχε στην ταινία) τα κατάφερε, γιατί να μην τα καταφέρεται κι εσείς.
  Για σας τις γυναίκες, λυπάμαι, ποιος νοιάζεται για σας, ο σκηνοθέτης δεν έκανε καμιά υπόδειξη.  



Pierre Coffin and Kyle Balda (Despicable me 3



  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Χαριτωμένη κωμωδία κινούμενων σχεδίων. Ένας ηθοποιός στο Χόλιγουντ παίζει σε ένα σήριαλ το ρόλο του κλέφτη, και όταν τον απολύουν βρίσκει εξαιρετικά ελκυστική την ιδέα να γίνει πραγματικός κλέφτης. Έτσι θα κλέψει το πιο μεγάλο διαμάντι του κόσμου. Όμως δεν θα μείνει για πολύ στα χέρια του, τα δυο δίδυμα αδέλφια, ο Ντρου και ο Γκρού, που θα μάθουν ο ένας για την ύπαρξη του άλλου χρόνια μετά, θα του το πάρουν και θα το επιστρέψουν στον ιδιοκτήτη του. Η γυναίκα του ενός (ο άλλος είναι εργένης) με τα τρία κοριτσάκια τους δίνουν μια χαρούμενη νότα στην όλη ιστορία, όπως και το κατσικάκι που δεν είναι μονόκερος, απλά έχασε το ένα του κέρατο.

  Δεν μου αρέσει το είδος, όμως πρέπει να ομολογήσω ότι την είδα πολύ ευχάριστα. 

Wednesday, August 30, 2017

Jacques Deray, Le marginal (Ο περιθωριακός, 1983)

Jacques Deray, Le marginal (Ο περιθωριακός, 1983)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Ένας από τους ήρωες της νιότης μου, ο Ζαν Πωλ Μπελμοντό, είναι ο «περιθωριακός» επιθεωρητής που διώκει αμείλικτα τους εγκληματίες. Βέβαια το «αφεντικό» του δεν είναι ενθουσιασμένος με τις ανορθόδοξες μεθόδους του (συνηθισμένο το μοτίβο του αστυνομικού που παρεκκλίνει από την αστυνομική ορθοδοξία), ιδιαίτερα όταν ρίχνει στη θάλασσα διακόσα κιλά ηρωίνη, έτσι τον μεταθέτει σε άλλη πόλη. Όμως πάλι θα μπλεχτεί με τον Μενατσί, τον έμπορο ναρκωτικών που αντιμετώπισε στη Μασσαλία.
  Το σασπένς για την τελική αναμέτρηση με τον Μενατσί είναι αρκετά αδύνατο. Δεν μας απασχολεί εξάλλου, αφού βλέπουμε τον Μπελμοντό να μπλέκεται σε διάφορα επεισόδια, σε κάποια με αρκετό χιούμορ. Δυο φορές τον βλέπουμε να καταδιώκει, πεζός. Αναρωτήθηκα, δεν θα υπάρξει και καταδίωξη με αυτοκίνητα; Τελικά την είδαμε και αυτήν. Περισσότερο όμως τον βλέπουμε να σπάζει στο ξύλο τους παράνομους.
  Δεν φανταζόμουν ότι ο Μπελμοντό ήταν πενηντάρης, καθώς διάβασα ότι δεν χρησιμοποίησε κασκαντέρ στην πτώση του από το ελικόπτερο πάνω στο ταχύπλοο που μετέφερε τα ναρκωτικά. Πριν ξεκινήσω να γράφω αυτό το σημείωμα έψαξα στη βικιπαίδεια και είδα ότι γεννήθηκε το 1933. Άξιος, να τα εκατοστίσει.
  Μόνο για τον Μπελμοντό αξίζει να (ξανα)δείτε την ταινία.
  Κάποια στιγμή λέω να τον ξαναδώ στο «Με κομμένη την ανάσα» του Γκοντάρ.


Sunday, August 27, 2017

Samuel Edwards (1914-1988), Η γυμνή μάγια

Samuel Edwards (1914-1988), Η γυμνή μάγια (μετ. Όθ. Αργυρόπουλος), Ενωμένοι Εκδότες, Αθήναι χχ, σελ. 264


  Είναι από τα βιβλία που είχα μαζέψει στα μαθητικά μου χρόνια. Δεν θυμόμουνα να το είχα αγοράσει και το επιβεβαίωσα: είναι το ξαδέλφου μου του Γιώργη του Τζανετάκη, που μου το δάνεισε να το διαβάσω. Ξέχασε να μου το ζητήσει. Εγώ, βλέποντας κάποιες υπογραμμίσεις («Μονάχα εκείνοι που είναι σε θέση ν’ αυτοπειθαρχούν είναι οι πραγματικά ελεύθεροι άνθρωποι»), υποθέτω ότι διάβασα κάποιες σελίδες στην αρχή και μετά το παράτησα. Ίσως να μην το βρήκα ενδιαφέρον. Έχουν περάσει τόσα χρόνια, πού να θυμάμαι. Κατεβαίνοντας στην Κρήτη φέτος το καλοκαίρι είπα να το διαβάσω και αυτό, καθώς έχω αρχίσει σιγά σιγά να διαβάζω βιβλία που αγόρασα αλλά δεν διάβασα εκείνη την εποχή, όπως π.χ. τους «Αντάρτες» του Μπαλζάκ, που ανακάλυψα ότι οι εκδότες του ακολούθησαν την τακτική που ακολουθούν σήμερα οι εταιρείες διανομής ταινιών, δηλαδή του άλλαξαν τον τίτλο. Ο αρχικός του ήταν «Οι Σουάνοι», το πρώτο μυθιστόρημα του Μπαλζάκ. Και δεν ήταν «αντάρτες», λέξη που για μένα έχει πάντα θετικές συνδηλώσεις, αλλά οι αντεπαναστάτες στη γαλλική επανάσταση.
  Βλέποντας το όνομα του Γκόγια (ήξερα βέβαια για τον μεγάλο ισπανό ζωγράφο) σκέφτηκα ότι ήταν μια βιογραφία του. Διαβάζοντάς το όμως είδα ότι το έργο απλά επικεντρώνεται στη σχέση του με την Μαρία Καγετάνα, δούκισσα της Άλμπα. Ξεκινάει βέβαια από τα παιδικά του χρόνια, όμως σταματάει λίγο μετά το θάνατό της.
  Τελικά είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα, βασισμένο, όπως γράφουν οι ταινίες, «σε πραγματικά γεγονότα». Συναρπαστικό, συγκινητικό, πολύ μου άρεσε. Και οι δυο ήρωες προσωπογραφούνται αρκετά πιστά, με τον παρορμητικό και πεισματάρικο χαρακτήρα τους.   
 Να το γράψω ακόμη μια φορά: πιο πολλή ιστορία έχω μάθει από μυθιστορήματα και (αυτο)βιογραφίες παρά από επίσημα εγχειρίδια. Έμαθα για παράδειγμα πώς κατέκτησε ο Ναπολέων την Ισπανία: χωρίς να πέσει τουφεκιά, γιατί ο πρωθυπουργός και ο ουσιαστικός κυβερνήτης της χώρας, παρακινούμενος από θαυμασμό για τον πρωθύπατο αλλά και βλέποντας το μάταιο μιας αντίστασης στον πανίσχυρο γαλλικό στρατό, έστειλε τα στρατεύματά του στα σύνορα της Πορτογαλίας, με αποτέλεσμα ο γαλλικός στρατός να προελάσει χωρίς να πέσει τουφεκιά. Όμως ο πρωθυπουργός λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο, δηλαδή τον ισπανικό λαό που αντιστάθηκε στον κατακτητή. Ο πίνακας του Γκόγια με την εκτέλεση ισπανών πατριωτών είναι ίσως ο πιο γνωστός στο είδος του μετά την Γκουέρνικα, «παντοτινό όνειδος για τη Γαλλία».
  Όταν διαβάζω ένα μυθιστόρημα βλέπω και τις ταινίες που έχουν γυριστεί με βάση αυτό, είτε σαν περίπου πιστές μεταφορές είτε απλά εμπνευσμένες απ’ αυτό. Έτσι είδαμε και τη «Γυμνή μάγια» (1958) σε σκηνοθεσία Henry Koster, με την Άβα Γκάρντνερ. Περιέργως όμως, διαβάζοντας εκ των υστέρων τη βικιπαίδεια και το IMDb, δεν είδα να υπάρχει το όνομα του Έντουαρντς στους writers, αν και η φωτογραφία της Άβα Γκάρντνερ φιγουράρει στο εξώφυλλο του βιβλίου, ενώ υπάρχουν και δυο ένθετες φωτογραφίες της. Είναι μια όσο πιο πιστή μεταφορά θα μπορούσε να γίνει, με αναπόφευκτη βέβαια την παράλειψη επεισοδίων που δεν μπορούν να χωρέσουν στην περίπου δίωρη διάρκεια της ταινίας, κάτι που γίνεται πάντα στη μεταφορά μυθιστορημάτων στην μεγάλη οθόνη. Συγκινητικό, οπερατικό το τέλος με το θάνατο της Καγετάνα, που μου θύμισε τον θάνατο της Βιολέτας στην «Τραβιάτα», ίσως η καλύτερη στιγμή της ταινίας. Και βέβαια η Άβα Γκάρντνερ είναι πιο όμορφη από την πραγματική Καγετάνα, τουλάχιστον όπως τη βλέπουμε στο πορτραίτο που φιλοτέχνησε ο Γκόγια.
  Είδαμε και δυο άλλες ταινίες με θέμα τον Γκόγια.
    Η πρώτη είναι του Κάρλος Σάουρα και έχει τον τίτλο «Γκόγια» (1999), επίσης γνωστή και σαν «Ο Γκόγια στο Μπορντώ». Είναι μια αναδρομή σε διάφορες περιόδους και επεισόδια της ζωής του που ο Γκόγια αφηγείται στην κόρη του Ροζάριο όταν βρίσκεται, γερασμένος πια, στο Μπορντώ. Η ιστορία με τη Μαρία Καγετάνα παρουσιάζεται σε αποσπάσματα, εν είδει ιντερμέτζου, ανάμεσα στα υπόλοιπα επεισόδια. Πολυβραβευμένη ταινία, κατά τόπους πολύ ποιητική, είναι από τις καλύτερες του Σάουρα.
  Η άλλη ταινία είναι του Μίλος Φόρμαν και έχει τίτλο «Τα φαντάσματα του Γκόγια». Η πλοκή είναι εντελώς επινοημένη, με πραγματικό βέβαια το πρόσωπο του Γκόγια. Η Ινές, αγαπημένη του Γκόγια, κατηγορείται ως αιρετική από την ιερά εξέταση και συλλαμβάνεται. Ο Λορέντσο, ένας ιεροεξεταστής, θα τη βιάσει στη φυλακή, όπου θα μείνει χρόνια. Θα γεννήσει μάλιστα και ένα κοριτσάκι το οποίο όμως θα της το πάρουν πριν προλάβει να το θηλάσει και θα το παραδώσουν σε ένα ορφανοτροφείο. Θα αποφυλακισθεί με την κατάληψη της Ισπανίας από τις στρατιές του Ναπολέοντα και τη διάλυση της Ιεράς Εξέτασης.
  Εξαιρετικές οι ερμηνείες της Ναταλί Πόρτμαν και του Χαβιέρ Μπαρδέμ στο ρόλο του Λορέντσο. Πολύ καλός και ο Stellan Skasgård στο ρόλο του Γκόγια.
    Επίσης γυρίστηκε και ένα video adult, σε σκηνοθεσία Joe dAmato με τίτλο «Goya, la maja desnuda» (1997). Όχι, το βίντεο αυτό δεν το είδα.
   Τέλος είδα και ένα ντοκιμαντέρ του Robert Hughes «Goya (Crazy like a genius)». O Ρόμπερτ Χιουζ πέρασε κάποιους μήνες σε κώμα, κατά τη διάρκεια των οποίων έβλεπε οράματα σαν τα «φαντάσματα» του Γκόγια. Αυτό τον έκανε να ενδιαφερθεί για τη ζωή και το έργο του. Είδα πολλούς πίνακές του στο ντοκιμαντέρ αυτό, και ένας από τους πιο γνωστούς, που έχει τίτλο «3 Μαΐου 1808», που απεικονίζει εκτελέσεις των εξεγερμένων Μαδριλένων ενάντια στα στρατεύματα του Ναπολέοντα, σχολιάσθηκε δεόντως. Όμως ακούσαμε και βιογραφικά στοιχεία που δεν μας άρεσαν, όπως π.χ. ότι η σχέση του Γκόγια με τη δούκισσα της Άλβας ήταν εντελώς πλατωνική, και η «Γυμνή μάχα» (La maja desnuda, το j στα ισπανικά προφέρεται χ) δεν ήταν η δούκισσα αλλά κάποια ερωμένη του πρωθυπουργού. Αποκλείεται, υποθέτει, να είναι η σαραντάρα τότε δούκισσα που πέθαινε από πυρετό των οστών και φυματίωση, όχι δηλητηριασμένη, όπως είναι η εκδοχή του Έντουαρντς.
  Ακούσαμε και μια ατάκα που μας άρεσε: «Η τέχνη είναι ένα ψέμα στην υπηρεσία της αλήθειας». Εννοείται της αλήθειας του καλλιτέχνη, όπως εκείνος την εννοεί.
  Και από ένα διάλογο ανάμεσα στον Χιουζ και τον ζωγράφο Leon Golub αντιγράφουμε:
  Χιουζ: Είναι τρελός (crazy) σαν καλλιτέχνης και όχι τρελός σαν madman.
  Golub: Είναι τρελός σαν μεγαλοφυΐα.
  Εσείς οι μεγαλοφυΐες, το ξέρετε ότι μπορεί να είσθε τρελοί;   
  Εσείς οι τρελοί, το ξέρετε ότι μπορεί να είστε μεγαλοφυΐες;
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι:
Μήπως ιδούν το έργο του και το αναγνωρίσουν (σελ. 62)
Του ήσαν απαραίτητα για τη συντήρησή του (σελ. 64)
Με ύφος που φανέρωνε πόσο λογικευόταν (σελ. 70)

Γύρισε και την κοίταξε με φοβισμένο βλέμμα (σελ. 125)

Thursday, August 24, 2017

Orson Welles, Touch of evil (Το άγγιγμα του κακού, 1958)



Orson Welles, Touch of evil (Το άγγιγμα του κακού, 1958)


  Από σήμερα σε επανέκδοση στο Θησείο.
  Τον Όρσον Ουέλς τον ξαναείδαμε πρόσφατα, στον «Πολίτη Κέην», ταινία του 1941, η πρώτη του Ουέλς και η πιο διάσημη. Δεκαεπτά χρόνια την χωρίζουν από το «Άγγιγμα του κακού». Μέσα σ’ αυτά τα δεκαεπτά χρόνια ο Ουέλς πήρε αρκετά κιλά. Πάντως του πήγαιναν στο ρόλο του.
  Ένα αμάξι με το ζευγάρι που επιβαίνει σ’ αυτό ανατινάσσεται από βόμβα που έχει τοποθετηθεί στο πορτμπαγκάζ. Πρέπει να βρεθεί ο ένοχος. Μήπως είναι ο γαμπρός του, που έχει στο νου του να τον κληρονομήσει, πριν αποκληρώσει την κόρη του για το γάμο της τον οποίο δεν ενέκρινε;
  Ο Ουέλς, στο ρόλο του αστυνομικού, έχει διαίσθηση. Το πόδι του που τραυματίστηκε παλιά από σφαίρα και τον αναγκάζει να κυκλοφορεί με μπαστούνι, του προσφέρει αυτή τη διαίσθηση. Και η διαίσθηση του λέει ότι ο ένοχος είναι ο γαμπρός. Όμως τα στοιχεία που διαθέτουν δεν είναι επαρκή για να τον ενοχοποιήσουν. Τι κάνει λοιπόν; Φτιάχνει άλλα. Δυο κιλά νιτρογλυκερίνης που βρίσκονται στο σπίτι του γαμπρού είναι αρκετά για να τον ενοχοποιήσουν. Αυτό που μένει είναι η ομολογία του.
  Ο μεξικάνος αστυνόμος όμως (η υπόθεση διαδραματίζεται στα σύνορα με το Μεξικό), ο Τσάρλτον Ήστον, ανακαλύπτει το τέχνασμα και έχει τις αντιρρήσεις του, αρκετά έντονες φυσικά. Ο Ουέλς, για να τον ξεφορτωθεί, σκαρώνει μια άλλη ιστορία. Με τη βοήθεια του αδελφού ενός εγκληματία που πρόκειται να δικαστεί σύντομα, στη δίκη του οποίου θα καταθέσει ο Τσάρλτον Ήστον, θα παγιδεύσουν τη γυναίκα του την Τζάνετ Λι που μένει σε ένα μοτέλ, θα την ποτίσουν ναρκωτικά και θα δώσουν την εικόνα ότι συμμετείχε σε ένα πάρτι οργίων. Θα τη συλλάβει το τμήμα ηθών. Όμως όταν ο Ουέλς θα σκοτώσει τον συνεργάτη του σ’ αυτή την πλεκτάνη, ο συνάδελφός του που τον στηρίζει, θα μεταστραφεί. Αυτός θα ανακαλύψει το μπαστούνι του Ουέλς στο δωμάτιο που έγινε το έγκλημα, το οποίο το φόρτωσαν στη Τζάνετ Λι. Και αυτό αποτελεί την αρχή του τέλους για τον Ουέλς.
  Πριν εκφράσω κάποιες αντιρρήσεις και κάποιες σκέψεις σε σχέση με αυτό το έργο, θα παραθέσω ένα κείμενο του Όρσον Ουέλς που μας στάλθηκε στο ενημερωτικό σημείωμα.
  «Ενδιαφέρομαι περισσότερο για την κατάχρηση της αστυνομικής και κρατικής εξουσίας κι όχι του χρήματος. Σήμερα το κράτος είναι πολύ πιο δυνατό απ’ το χρήμα. Ψάχνω λοιπόν μια δυνατότητα να το εκφράσω. Είναι καλύτερα να κυκλοφορεί ελεύθερος ένας δολοφόνος, παρά να δίνουμε στην αστυνομία την ευκαιρία να καταχραστεί την εξουσία της. Αν είχαμε την εκλογή ανάμεσα στην κατάχρηση της αστυνομικής εξουσίας απ’ τη μια και το ατιμώρητο έγκλημα απ’ την άλλη, θα ’πρεπε να διαλέξουμε το δεύτερο. Αυτή είναι η άποψή μου».
  Μέχρι το τέλος πίστευα ότι το κύριο μοτίβο του έργου είναι αυτό της κατασκευής ενόχων, για το οποίο έγραψα και πρόσφατα. Με έκπληξη μαθαίνουμε στο τέλος ότι άδικα ο Ουέλς σκάρωσε αυτή την πλεκτάνη για να ενοχοποιήσει το γαμπρό. Τελικά ομολόγησε, αυτός ήταν πράγματι ο ένοχος.
  Και δεν είναι μόνο αυτό.
  Λίγο πιο πριν μάθαμε ότι ο Ουέλς σκάρωνε τέτοιες πλεκτάνες για τους ύποπτους, με αποτέλεσμα να σταλούν πολλοί στην ηλεκτρική καρέκλα. Αυτό επίσης εξουδετερώνει κάθε σκέψη για το μοτίβο που είπαμε. Ο Ουέλς είναι αρκετά διαταραγμένος από τότε που έπνιξαν τη γυναίκα μου με ένα σκοινί (με τον ίδιο τρόπο σκότωσε τον συνεργάτη του στην πλεκτάνη).
  Εξουδετερώνεται λοιπόν ένα μοτίβο που δεν αφήνει κανένα ασυγκίνητο για χάρη μιας αφηγηματικής τεχνικής, της ανατροπής. Αλλά αναλογικά η σκέψη που κάνει κανείς είναι η εξής: Μήπως όλοι αυτοί τους οποίους έστειλε στην ηλεκτρική καρέκλα ήταν πράγματι ένοχοι όπως ο γαμπρός;  Έτσι όμως το μοτίβο της κατασκευής ενόχων από την αστυνομία τινάζεται ολοκληρωτικά στον αέρα, αφού το λογικό συμπέρασμα είναι ότι η αστυνομία φτιάχνει ενοχοποιητικά στοιχεία για ύποπτους που είναι πραγματικά ένοχοι, μια και δεν διαθέτει αρκετά για την καταδίκη τους. Ναι, η ταινία απέχει αρκετά από τον «Πολίτη Κέην». 
  Μια άλλη σκέψη που έκανα είναι σε σχέση με τις τεχνικές. Έχω ξαναγράψει ότι οι τεχνικές συχνά περνούν απαρατήρητες από τον απλό θεατή. Στη συγκεκριμένη ταινία υπάρχει το εναρκτήριο τρίλεπτο μονόπλανο, το οποίο πιστεύω ότι δεν θα το είχα αντιληφθεί να δεν είχα διαβάσει το παρακάτω.
  «Η εναρκτήρια σκηνή, το ενιαίο, τρίλεπτο πλάνο-σεκάνς, είναι ίσως το τεχνικά αρτιότερο και αισθητικά απολαυστικότερο της ιστορίας του κινηματογράφου. «Μία σκιά πετάγεται μέσα από το σκοτάδι της νύχτας και πλησιάζει με βιαστικές κινήσεις ένα σταθμευμένο αμάξι. Τοποθετεί κάτι στον χώρο αποσκευών και γρήγορα χάνεται και πάλι στα στενά δρομάκια. Η κάμερα αρχίζει να ανυψώνεται, μέχρι να προσδιορίσει τη θέση του αυτοκινήτου στο χώρο. Ένα ζευγάρι εισέρχεται στο πλάνο και μπαίνει στο αμάξι. Την ίδια στιγμή, η κάμερα, πάντα από ψηλά και πάντα με το βλέμμα στραμμένο στο όχημα, οπισθοχωρεί καθώς αυτό ξεκινά την πορεία του. Τα στενά δρομάκια, οι πινακίδες από νέον, οι στέγες των φτηνών ξενοδοχείων, οι βρώμικοι τοίχοι, η βρεγμένη άσφαλτος, οι ύποπτοι περαστικοί, μοιάζουν σαν στοιχειά σε αυτή την ανήλια, σκονισμένη πόλη. Η κάμερα πετά τώρα πιο κοντά στα πρόσωπα των συνεπιβατών, ενός ώριμου κυρίου και της νεαρής συντροφιάς του, και σχεδόν αμέσως τους εγκαταλείπει για να στρέψει την προσοχή της σε ένα από τα πολλά ζευγάρια που περνούν. Το αυτοκίνητο έχει πια απομακρυνθεί, και το μόνο που απομένει στο πλάνο, είναι η φωνή της συνοδηγού, που παραπονιέται ότι ακούει έναν επίμονο, ενοχλητικό θόρυβο ρολογιού. Καθώς ο φακός παρατηρεί με περιέργεια τα πρόσωπα του νέου ζευγαριού, ο εκκωφαντικός ήχος της έκρηξης καλύπτει τα πάντα.» Πρόκειται για ένα αριστουργηματικό μονοπλάνο, που διδάσκεται μέχρι και σήμερα σε όλα τα πανεπιστήμια και τις σχολές κινηματογράφου, ως σκηνή ιστορικής σημασίας και καινοφανούς τεχνικής. Ο τρόπος μετακίνησης της κάμερας που βρίσκεται πάνω σε ένα γερανό και απογειώνεται από το έδαφος, κατεβαίνει, υψώνεται ξανά και συνεχίζει αυτές τις μεταβολές της κίνησης της, ενώ ταυτόχρονα, παραμένει «προσηλωμένη», να παρακολουθεί τους πρωταγωνιστές, υπήρξε θέμα αντιγραφής για πολλούς μετέπειτα σκηνοθέτες».
  Και βέβαια πρέπει να πούμε ότι ο Σοκούροφ τον ξεπέρασε με την ταινία-μονόπλανο «Η ρώσικη κιβωτός».
   Η τεχνική μπορεί να λέει πολλά σε ένα σκηνοθέτη και στους ειδικούς του κινηματογράφου, όχι όμως σε έναν απλό θεατή. Εγώ αναφέρομαι κάποιες φορές στις τεχνικές, αυτές που θα με εντυπωσιάσουν, αλλά θα το ξαναπώ για άλλη μια φορά, για μένα το σενάριο είναι το πιο σημαντικό. Και θα δώσω ένα παράδειγμα. Φανταστείτε το τέλος του «Εμποράκου» του Ασγάρ Φαρχάντι να ήταν το κλασικό, η ανακάλυψη και η τιμωρία του βιαστή από τη δικαιοσύνη, ή από έναν εκδικητικό σύζυγο. Θα ήταν άλλο έργο.

Michael Winterbottom, Trip to Spain (Ταξίδι στην Ισπανία, 2017)

Michael Winterbottom, Trip to Spain (Ταξίδι στην Ισπανία, 2017)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Έχω δει άλλες τέσσερις ταινίες του Michael Winterbottom, με τελευταία το «9 songs» (σ’ αυτή παραθέτω τους συνδέσμους για τις άλλες τρεις. Φυσικά δεν αποκλείεται να έχω δει και άλλες, πριν αρχίσω να γράφω για ταινίες, και δεν τις θυμάμαι).
  Βλέπουμε και εδώ ένα δίδυμο (μόλις ανάρτησα για ένα άλλο δίδυμο, Bud Spencer και Terence Hill), που μου θύμισε το «Εκείνος και εκείνος» που βλέπαμε πριν χρόνια στην τηλεόραση. Οι δυο φίλοι, ο Steve Coogan και ο Rob Brydon, σε ένα ταξίδι στην Ισπανία επισκέπτονται διάφορα μέρη αλλά κυρίως εστιατόρια, και τρώγοντας λαχταριστά φαγητά συζητάνε για διάφορα ή παρωδούν διάφορα. Έξυπνοι διάλογοι, εξαιρετικές μιμήσεις (Σον Κόνερι, Ντάστιν Χόφμαν, Γούντι Άλλεν, Μάρλον Μπράντο, κ.ά). Ακούσαμε για τον Δον Κιχώτη και μάθαμε για τον Θερβάντες πράγματα που δεν ξέραμε, καθώς και για άλλους συγγραφείς. Βέβαια, πρέπει να πω, κάποια πράγματα δεν τα κατάλαβα, απλούστατα γιατί αγνοώ πρόσωπα και πράγματα γνωστά στο αγγλόφωνο κοινό, και σίγουρα σε αρκετούς δικούς μας.
  Θα ήταν κουραστικό το έργο αν δεν υπήρχε εκείνη η σπιρτάδα των διαλόγων. Στο τέλος όμως μετατρέπεται σε κανονική ταινία μυθοπλασίας, βλέποντας τους δυο φίλους στις σχέσεις τους με τους δικούς τους.

  Χωρίς να πω ότι με ενθουσίασε, η ταινία μου άρεσε αρκετά.  

Robert Mulligan, To kill a mockingbird (Σκιές στη σιωπή, 1962)

Robert Mulligan, To kill a mockingbird (Σκιές στη σιωπή, 1962)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση
   Ένας μαύρος κατηγορείται ότι βίασε ένα κορίτσι. Θα τον υπερασπιστεί ο Γκρέγκορι Πεκ. Η αθωότητά του είναι ολοφάνερη.
  Η ταινία χωρίζεται σε δυο μέρη. Στο πρώτο, πρωταγωνιστούν τα δυο παιδιά του Γκρέγκορι Πεκ: ο εντεκάχρονος Τζεμ και η εξάχρονη Σκάουτ, η οποία κυριολεκτικά κλέβει την παράσταση. Στην παρέα τους προστίθεται κάποιες φορές και ένα άλλο αγοράκι.  Τους παρακολουθούμε στις διάφορες δραστηριότητές τους, τα παιχνίδια τους και τα τσακώματά τους με άλλα παιδιά.
  Στο δεύτερο μέρος είναι το δικαστικό δράμα, με την αγόρευση του Γκρέγκορι Πεκ, τις καταθέσεις των μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου, κ.λπ.
  Το έργο είναι μια καταγγελία των φυλετικών διακρίσεων.
  Μας αφορά;
  Σίγουρα. Στην Ελλάδα δεν έχουμε και τόσους πολλούς μαύρους, όμως το ζήτημα αφορά όλους τους λαθρομετανάστες. Τα στερεότυπα που έχουμε γι’ αυτούς δεν διαφέρουν και πολύ από τα στερεότυπα που έχουν για τους μαύρους στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα στις νότιες πολιτείες.
  Και όχι μόνο.
  Υπάρχουν και άλλα στερεότυπα, για τους διανοητικά καθυστερημένους. Αυτό θίγεται ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος.

  Εξαιρετική ταινία. Την είχα βέβαια ξαναδεί, αλλά τις καλές ταινίες αξίζει να τις βλέπουμε και για δεύτερη φορά· τουλάχιστον.

Christopher Nolan, Dunkirk (Δουνκέρκη, 1997)

Christopher Nolan, Dunkirk (Δουνκέρκη, 1997)


Από σήμερα στους κινηματογράφους. 
Έχουμε γράψει για μια ακόμη ταινία του Christopher Nolan, το «Interstellar». Σειρά έχει σήμερα η «Δουνκέρκη».
  Το ιστορικό γεγονός είναι στους περισσότερους γνωστό. Μετά την σαρωτική εισβολή των ναζί στη Γαλλία, δεν υπήρχε περίπτωση να τους αντισταθούν αποτελεσματικά οι αγγλικές δυνάμεις που βρίσκονταν στο γαλλικό έδαφος και έπρεπε να αποχωρήσουν. Δεν ήταν καθόλου εύκολη επιχείρηση, με τα γερμανικά αεροπλάνα να τους σφυροκοπούν συνεχώς. Όμως τελικά τα κατάφεραν, με συγκριτικά ελάχιστες απώλειες σε σχέση με αυτές που θα μπορούσαν να υποστούν, αφήνοντας κατά μέρος την υπόθεση να παγιδευτούν και να αιχμαλωτισθούν από τους γερμανούς.
  Η ταινία πραγματεύεται διάφορες πλευρές της αποχώρησης, με δεικτικά επεισόδια: οι βομβαρδισμοί των γερμανών, το βύθισμα των πλοίων, οι νεκροί και οι τραυματίες, ο αγώνας στους αιθέρες με τα καταδιωκτικά της RAF. Το μακελειό που βλέπουμε δεν μπορεί να υποψιάσει ότι η επιχείρηση στέφθηκε τελικά με πολύ μεγάλη επιτυχία.
  Ο Νόλαν έξυπνα τεμαχίζει τα επεισόδια δημιουργώντας το απαραίτητο σασπένς, εκ των ων ουκ άνευ στα έργα του είδους. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο με τον αεροπόρο της RAF, του οποίου το αεροπλάνο έχει καταρριφθεί αλλά έχει καθίσει ομαλά πάνω στη θάλασσα και βυθίζεται σιγά σιγά, ενώ ο πιλότος του αγωνίζεται απεγνωσμένα να σπάσει το κουβούκλιο του πιλοτηρίου για να απεγκλωβιστεί πριν βυθιστεί το αεροπλάνο. Σε βοήθειά του σπεύδει ένα πλοίο. Θα προλάβει; Ο Νόλαν, κόβοντας σε κομμάτια το επεισόδιο, μας μεταφέρει σε άλλα πεδία.
  Οι πολεμικές ταινίες μου αρέσουν, και αυτή είναι από τις καλύτερες που έχω δει.


Monday, August 21, 2017

Stanley Kubrick, The shining ( Η λάμψη, 1980)

Stanley Kubrick, The shining ( Η λάμψη, 1980)


  Από σήμερα στο Σινέ Παρί, σε επανέκδοση.
  Πρώτα πρώτα δυο λόγια για τον τίτλο. Αναρωτιόμουνα τι σήμαινε «The shining», που αποδόθηκε στα ελληνικά με τη λέξη «Λάμψη». Στην ταινία υπήρξε η διευκρίνιση. Όμως η λέξη είναι λάθος. Μιλάω σαν συγγραφέας που έχω γράψει ένα βιβλίο για την παραψυχολογία. Ο σωστότερος τίτλος θα ήταν «Clairvoyance», που σημαίνει ικανότητα να βλέπεις εξωαισθητηριακά, γεγονότα τόσο του παρελθόντος όσο και του μέλλοντος. Ο μικρός γιος είχε αυτή την ικανότητα, όπως και ο μαύρος μάγειρας. Στη ταινία βλέπουμε ένα φαινόμενο τηλεπάθειας ανάμεσα στους δυο.
  Η Τζακ με τη γυναίκα του και τον μικρό γιο τους πρόκειται να καταλύσουν σε ένα ορεινό ξενοδοχείο που μένει κλειστό το χειμώνα εξαιτίας των χιονοπτώσεων. Θα το προσέχουν, ενώ ταυτόχρονα ο Τζακ θα μπορέσει να αφιερωθεί απερίσπαστος στη συγγραφή. Όμως το ξενοδοχείο είναι στοιχειωμένο. Ένας προηγούμενος επιστάτης κατακρεούργησε τη γυναίκα του και τις δυο τους κόρες. Τα φαντάσματά τους δεν θα αργήσουν να εμφανιστούν, αρχικά στο γιο, και στη συνέχεια στον Τζακ και στη γυναίκα του.
 Ο Τζακ, διαταραγμένος ψυχολογικά και με την παρότρυνση του προηγούμενου επιστάτη θα επιχειρήσει να σκοτώσει το γιο του και τη γυναίκα του. Θα τα καταφέρει; Δεν θα κάνω σπόιλερ, πολλοί όμως που έχουν δει την ταινία μια και είναι επανέκδοση θα θυμούνται. Εγώ δεν θυμόμουν. Μόνο στο τέλος θυμήθηκα.
  Το έχω ξαναγράψει, θα το γράψω και σήμερα αναλυτικά.
  Δεν μου αρέσουν τα horror. «Η λάμψη», διαβάζω στον ελληνικό σύνδεσμο που παραθέτω, θεωρείται η δεύτερη καλύτερη ταινία τρόμου μετά το «Ψυχώ» του Χίτσκοκ. Θα επαναλάβω άλλη μια φορά, ποτέ δεν θα πω για μια ταινία ότι είναι κακή επειδή το είδος της δεν μου αρέσει. Ήταν συναρπαστική, αλλά για μένα ψυχοπλακωτική. Δεν θέλω να ψυχοπλακώνομαι, γι’ αυτό προτιμώ τις κωμωδίες. Αυτό όμως που μου ήλθε στο μυαλό σκεφτόμενος την ταινία είναι μια διαφορά ανάμεσα στον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, την οποία προτιμώ (το διδακτορικό μου έχει τίτλο «Αφηγηματικές τεχνικές»). Στη λογοτεχνία, ποτέ δεν θα βάλεις στο ίδιο τσουβάλι τον Ντοστογιέφσκι και τον Σταντάλ με τον Στίβεν Κινγκ (από δικό του βιβλίο είναι το σενάριο) και τον Χ.Φ. Λάβκραφτ, για να μην αναφέρω άλλα ονόματα. Στον κινηματογράφο όμως μπαίνει στο ίδιο τσουβάλι ο Χίτσκοκ με τον Μπέργκμαν.
  Και όχι μόνο.
  Υπάρχουν σκηνοθέτες που περιφέρονται στα είδη, κάτι που δεν συμβαίνει με τους συγγραφείς, από όσο ξέρω τουλάχιστον. Ο Gus van Sant θα γυρίσει drama, αλλά θα κάνει remake το «Ψυχώ». Και βέβαια ο Κιούμπρικ.   
  Αν σας αρέσουν τα έργα τρόμου, σίγουρα πρέπει να το δείτε. Αλλά και όλοι εσείς που τα αντέχετε. Ο Τζακ Νίκολσον είναι εκπληκτικός στο ρόλο του ψυχικά διαταραγμένου (έχει ταλέντο σ’ αυτό το ρόλο, ας θυμηθούμε τη «Φωλιά του κούκου» και το «Καλύτερα δεν γίνεται»). Το ίδιο και η Shelley Duvall στο ρόλο της τρομοκρατημένης γυναίκας. 
  Ξέχασα να το γράψω: ήταν ευχάριστη έκπληξη για μένα να ακούσω στην αρχή της ταινίας, σαν μουσική υπόκρουση, την «Πορεία προς το μαρτύριο» από τη «Φανταστική συμφωνία» του Μπερλιόζ.