Book review, movie criticism

Sunday, June 18, 2017

Albert Camus, Η πτώση, Ο μύθος του Σίσυφου και Ο ξένος

Albert Camus (1913-1960)


Albert Camus, Η πτώση, Ο μύθος του Σίσυφου και Ο ξένος

Aλμπέρ Καμύ, Η πτώση (μετ. Νίκη Καρακτίτσου-Ντούζε, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν), Καστανιώτης-FAQ, 2010, σελ. 89.

  Πριν κάμποσες βδομάδες πήρα από τις εκδόσεις Καστανιώτη για να παρουσιάσω από το Λέξημα τη βιογραφία του Καμύ από τον Ολιβιέ Τοντ. Ογκώδες βιβλίο, το άφησα για αργότερα. Άρχισα να το διαβάζω χθες. Όμως πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε και η «Πτώση», από μια σειρά εβδομαδιαίων κυκλοφοριών που έχουν γίνει τελευταία της μόδας. Έτσι είπα, πριν αρχίσω τη βιογραφία, να διαβάσω αυτό το έργο του Καμύ για να έχω μια πρόσφατη εικόνα της γραφής του.
  Αργά ξεκίνησα να διαβάζω λογοτεχνία, στα σαράντα μου, και είναι πολλοί οι συγγραφείς για τους οποίους θα ήθελα να είχα διαβάσει περισσότερα έργα. Μέχρι τότε τα διαβάσματά μου ήταν κυρίως θεωρητικά. Όμως είχα διαβάσει τον «Ξένο», φοιτητής νομίζω, ένα βιβλίο που με εντυπωσίασε. Δεν κατάφερα να διαβάσω τον «Επαναστατημένο άνθρωπο», που ήταν πολύ της μόδας τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και ο «Μύθος του Σίσυφου» βρίσκεται κάπου στο «ράφι των τύψεων», νομίζω και η «Πανούκλα».
  Αφήγημα χαρακτηρίζεται στο εξώφυλλο το έργο αυτό του Καμύ. Χαρακτηρισμός γενικός και ασαφής, αφού σχεδόν κάθε πεζογραφικό είδος σε τελευταία ανάλυση είναι ένα αφήγημα. Σίγουρα δεν είναι νουβέλα, σίγουρα δεν είναι μυθιστόρημα.
  Αμέσως από τις πρώτες σελίδες το έργο αυτό μου θύμισε το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, έργο που διάβασα πρόσφατα και για το οποίο έχω γράψει στο blog μου.
  Πρόκειται για ένα έργο εξομολογήσεων, όπως και το «Υπόγειο». Ο ήρωας εξομολογείται τα της ζωής του και του χαρακτήρα του. Ο αφηγηματικός τρόπος μόνο διαφέρει. Στο «Υπόγειο» η αφήγηση είναι εγκιβωτισμένη, με εκείνη την παλιά τεχνική της «εύρεσης χειρογράφων». Εδώ βρισκόμαστε μάρτυρες μιας εξομολόγησης, εξομολόγησης που κάνει ο Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς, δικηγόρος, σε έναν πελάτη του. Κάθε κεφάλαιο είναι και μια συνάντηση. Ακούμε μόνο το λόγο του Ζαν Μπατίστ.  Έτσι ο χρόνος της ιστορίας είναι κατακερματισμένος στα δύο, στο χρόνο της αφήγησης του ήρωα που δίνει και την αίσθηση της συγχρονικότητας που δίνει και ο κινηματογράφος, σαν να είμαστε μάρτυρες αυτών των εξομολογήσεων τη στιγμή που γίνονται, και στο χρόνο των επεισοδίων τα οποία αφηγείται.
  Ο Ζαν Μπατίστ έχει πολλά κοινά με τον ήρωα του «Υπογείου». Είναι και αυτός μια ψυχοπαθολογική προσωπικότητα. Στην αρχή μας δίνεται η εντύπωση ότι πρόκειται για τον ήρωα ενός άλλου Ζαν Μπατίστ, του Ζαν Μπατίστ Ποκλέν, του επονομαζόμενου Μολιέρου, τον Ταρτούφο. Μας εξομολογείται μια ευσέβεια και μια καλοσύνη που όμως είναι πέρα για πέρα υποκριτικές. Αργότερα διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για μια εντελώς διαταραγμένη προσωπικότητα, που είναι περίπου ο περίγελος των άλλων. Φτάνουν μέχρι το σημείο να του βάζουν και τρικλοποδιές, όπως υποπτεύεται ο ήρωάς μας. Δεν έχει φίλους. Είναι γεμάτος από συμπλέγματα ενοχής. Έχει φαντασιώσεις μεγαλείου.
  Ενώ το πρώτο μέρος του «Υπογείου» το βρήκα εξαιρετικά βαρετό γιατί δεν ήταν τίποτα άλλο παρά εξομολογήσεις, ενώ αντίθετα το δεύτερο ήταν συναρπαστικό γιατί υπήρχε δράση, εδώ μένουμε μόνο στο πρώτο μέρος, στις εξομολογήσεις.
  Αυτό που δεν κάνει ανιαρές τις εξομολογήσεις του Ζαν Μπατίστ είναι το ότι δεν περιορίζεται μόνο στους αυτοχαρακτηρισμούς και στην αυτοανάλυση. Αφηγείται και αρκετά επεισόδια από την προσωπική του ζωή, σαν σύντομα διηγήματα, πολλά από τα οποία φωτίζουν την προσωπικότητά του. Επί πλέον υπάρχουν αρκετά δοκιμιακά αποσπάσματα, πολλά από τα οποία μας γοητεύουν με την πρωτοτυπία τους. Υπάρχουν αποσπάσματα για τη δουλεία, για την αυτοκτονία, για τον Χριστό, για τη δικαιοσύνη κ.ά. τα οποία συμπλέκονται βέβαια με την περίπτωσή του. Διαβάζουμε για παράδειγμα:
  «Ξέρω πως δεν έχω φίλους. Είναι πολύ απλό: το ανακάλυψα τη μέρα που σκέφτηκα να σκοτωθώ για να τους σκαρώσω μια πετυχημένη φάρσα, για να τους τιμωρήσω κατά κάποιο τρόπο» (σελ. 47).
  Ο (ας μη γράψω το όνομά του) είχε φίλους. Όμως δεν ξέρω τι τον ώθησε να τους κάνει ίσως την πιο μακάβρια πρωταπριλιάτικη φάρσα που έγινε ποτέ, νομίζω πριν δέκα ακριβώς χρόνια. Τους είχε προειδοποιήσει κιόλας ότι θα τους έκανε μια φοβερή φάρσα, «που θα τους έπιανε όλους». Οι φίλοι του περίμεναν με ανυπομονησία. Διασκεδάσανε την παραμονή, σε μια ταβέρνα. Ξημερώματα γύρισε σπίτι και ήπιε ένα μπουκάλι φυτοφάρμακο. Ένα φυτοφάρμακο με το οποίο ο θάνατος είναι ακαριαίος. Την επομένη οι φίλοι του έμειναν με ανοικτό το στόμα από την κατάπληξη. Έγραψα μια «αφήγηση» γι αυτό, όμως σεβάστηκα τη θέληση της οικογένειας, δεν τη δημοσίευσα.
  Στη βιογραφία του διαβάζω ότι ο Καμύ ταξίδεψε αρκετά. Φυσικά ήλθε και στην Ελλάδα. Στην «Πτώση» διαβάζουμε το παρακάτω απόσπασμα:
  «Στο ελληνικό αρχιπέλαγος… εμφανίζονταν αδιάκοπα καινούρια νησιά στον ορίζοντα, ολόγυρά μας. Η άδεντρη ράχη τους διέγραφε τα όρια του ουρανού, η βραχώδης παραλία τους ξεχώριζε καθαρά πάνω στη θάλασσα. Καμιά πιθανή σύγχυση∙ στο λαγαρό φως όλα ήταν σημεία αναφοράς του χώρου. Κι από το ένα νησί στο άλλο, πάνω στο μικρό μας καράβι που ωστόσο θαρρείς και σερνόταν, είχα την εντύπωση ότι αναπηδούσα, ασταμάτητα, μέρα νύχτα, πάνω στη ράχη των μικρών δροσερών κυμάτων, μ’ έναν καλπασμό όλο αφρούς και γέλια. Από τότε η Ελλάδα πλανιέται κάπου μέσα μου, στα όρια της μνήμης μου, ακατάπαυστα… Πριν εμφανιστούμε στα ελληνικά νησιά, θα ’πρεπε να πλυθούμε πολύ καλά. Ο αέρας εκεί είναι αγνός, η θάλασσα και η απόλαυση καθάριες» (σελ. 60-61).
  Παρά το ότι η αφήγηση είναι ένας χείμαρρος αναμνήσεων και εξομολογήσεων, υπάρχει ένας αφηγηματικός ιστός, ένα επεισόδιο στη ζωή του ήρωα που φαίνεται να τον κατατρύχει. Μια κοπέλα έπεσε από μια γέφυρα του Σηκουάνα. Ο Ζαν Μπατίστ είχε προσπεράσει όταν άκουσε το πλαφ πάνω στα νερά. Δεν ενδιαφέρθηκε, ούτε καν να ειδοποιήσει την αστυνομία. Το τέλος του αφηγήματος ρίχνει ίσως το πιο άπλετο φως στην διαταραγμένη αυτή προσωπικότητα: «‘Ω κοπέλα, πέσε πάλι στο νερό, για να μου δοθεί, μια δεύτερη φορά, η ευκαιρία να σώσω και τους δυο μας!’ Δεύτερη φορά, ε, τι απερισκεψία! Για φανταστείτε, αγαπητέ μετρ, να παίρναν τα λόγια μας στα σοβαρά. Θα ’πρεπε τότε να το κάνουμε. Μπρρρ…! Το νερό είναι τόσο κρύο! Αλλά δεν χρειάζεται ν’ ανησυχούμε! Είναι πολύ αργά τώρα, θα είναι πάντα πολύ αργά. Ευτυχώς!».
  Ο Καμύ σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1960, σε ηλικία 47 χρονών. Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, άσπονδος φίλος του, δέκα χρόνια μεγαλύτερός του, χαιρέτησε τη βράβευση. Ο Σαρτρ πήρε το Νόμπελ το 1963, σε ηλικία 53 χρονών. Αν είχε πεθάνει στα 47 του όπως και ο Καμύ, δεν θα είχε προλάβει να το πάρει. Αλλά, εδώ που τα λέμε, αρνήθηκε να το πάρει. Βέβαια η διάκριση είναι που μετράει, αν και ο Σαρτρ με το ανάστημά του ξεπερνάει το Νόμπελ.
  Ο Καμύ έχει μια διαυγή, λαγαρή πρόζα, που παρά την ανυπαρξία μύθου τραβάει τον αναγνώστη, σε αντίθεση με τον ήρωα του «Υπόγειου» στο πρώτο μέρος, που φαίνεται να παραληρεί. Η φίλη μου η Ελένη η Στασινού που διάβασε κι αυτή το βιβλίο εκφράστηκε με ενθουσιασμό γι αυτό.
  Όμως πόσο τραβάει πραγματικά τον αναγνώστη; Γιατί επιλέχτηκε για τη σειρά το αφήγημα, και όχι τα δυο μυθιστορήματα, «Ο ξένος» και «Η πανούκλα»; Μήπως γιατί αυτά τα δεύτερα πουλάνε ενώ η «Πτώση» κόλλησε; Αν όντως έτσι συμβαίνει, μπορεί να φταίει γι αυτό ο ειδολογικός χαρακτηρισμός. Είναι γνωστό για παράδειγμα ότι μόνο το μυθιστόρημα πουλάει, όχι το διήγημα, ο φίλος μου ο Ανδρέας Μήτσου το ξέρει αυτό πολύ καλά. Πιθανόν να μην πουλάει και το αφήγημα. Βέβαια η αξία ενός λογοτεχνήματος δεν μπορεί να καθοριστεί μόνο από το πόσο πουλάει. Αλλά εγώ έχω πάψει προ πολλού να αποφαίνομαι για την αξία ενός λογοτεχνήματος ή μιας ταινίας. Λέω απλά αν μου άρεσε ή όχι. Και αυτό το αφήγημα του Καμύ μου άρεσε πολύ.

Alber Camus, Ο μύθος του Σίσυφου (μετ. Βαγγέλη Χατζηδημητρίου), Γαλαξίας 1971, σελ. 159

  Τελικά μου πέσανε μαζεμένα. Η προ-προηγούμενη ανάρτησή μου ήταν για το «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ, ένα καλό βιβλίο που όμως εμένα δεν ήταν του γούστου μου. Σε σημείωση του μεταφραστή διαβάζω: «Ο Μύθος του Σίσυφου καθιέρωσε τον Καμύ στην παγκόσμια σκέψη σαν στοχαστή πρώτου μεγέθους». Εμένα όμως δεν μου άρεσε. Το αγόρασα φοιτητής και δεν μπόρεσα να το διαβάσω. Το ξαναέπιασα πέρυσι ή πρόπερσι και πάλι, έμεινα μόνο στο πρώτο κεφάλαιο. Όμως αυτή τη φορά είπα ότι θα επιμείνω. Σ’ αυτό συνετέλεσε βέβαια και αυτό που διάβασα στον Tristram Shandy: «Ο Πλίνιος ο Νεότερος δηλώνει ότι ουδέποτε διάβασε βιβλίο οσοδήποτε κακό, χωρίς να έχει κάποιο όφελος» (σελ. 63)». Και βέβαια το βιβλίο αυτό του Καμύ δεν είναι κακό, όμως εκπέμπει σε ένα μήκος κύματος που αδυνατούν να συλλάβουν οι δικές μου αντένες. Και βέβαια είχα κάποιο όφελος, έστω και πιέζοντας τον εαυτό μου να το διαβάσω μέχρι τέλους, και δεν ήταν μόνο για κάποιες ρήσεις του Νίτσε που παραθέτει. Διάβασα με ενδιαφέρον τα κεφάλαια στα οποία σχολιάζει δυο άλλους συγγραφείς, τον Κάφκα και τον Ντοστογιέφσκι.
  Όταν ο θεματικός άξονας ενός βιβλίου ή απλά ενός επιχειρήματος μου είναι ξένος, δεν έχει νόημα να το συζητήσω ή να το σχολιάσω, αφού η διαφωνία ξεκινάει από τα θεμέλια. Η έννοια του παράλογου μου είναι ξένη, και θα εξηγήσω γιατί.
  Παράλογο είναι κάθε τι που έρχεται σε αντίθεση με τη λογική. Όμως ποια λογική; Για τους ισλαμιστές της ISIS η ανατίναξη των δυο αρχαίων ναών στην Παλμύρα είναι εντελώς λογική, σύμφωνη με το Κοράνι. Το ίδιο και η καταστροφή των αρχαιοελληνικών ναών για τους πρώτους χριστιανούς, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη. Αυτά όμως, σύμφωνα με τη δική μας λογική, μας φαίνονται παράλογα.
  Να το κάνω πιο κατανοητό; Είναι κατά τη δική μου λογική (και όχι μόνο) παράλογο το να ψηφίζεις Νέα Δημοκρατία, το κόμμα το κατ’ εξοχήν υπεύθυνο για τη σημερινή κρίση. Γι’ αυτούς όμως που θα το ψηφίσουν δεν είναι.
  Βέβαια η αντίρρησή μου βρίσκεται και στον τρόπο γραφής. Θέλω σε ένα δοκιμιακό έργο οι προτάσεις να έχουν τη συνεκτικότητα των κρίκων μιας αλυσίδας και όχι να είναι χαλαρά συνδεμένες, όπως οι στίχοι ενός ποιήματος.
  Αυτά για τον δοκιμιογράφο Καμύ. Ίσως να προσπάθησα να διαβάσω και τον «Επαναστατημένο άνθρωπο», δεν θυμάμαι, νομίζω όχι. Όμως με ενθουσίασε ο «Ξένος» που διάβασα στα νιάτα μου, ενώ η «Πτώση» που διάβασα πριν πέντε χρόνια μου άρεσε, όμως όχι όσο ο «Ξένος».
  Να το ξαναπώ άλλη μια φορά, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα;
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  «Οι Έλληνες πίστευαν – περίεργο για μια τόσο προικισμένη φυλή – πως οι θεοί αγαπούσαν τους ανθρώπους που πέθαιναν νέοι. Αυτό δεν είναι αλήθεια…» (σελ. 71).
  Υπάρχει μεγαλύτερη παρηγοριά για τον απαρηγόρητο γονιό που πέθανε το παιδί του; Και βέβαια αυτό δεν είναι αλήθεια (ακόμη κι αν υπήρχαν θεοί), αλλά είναι ένας μύθος ολότελα παρηγορητικός. Το θέμα το έχω πραγματευθεί στο δεύτερο βιβλίο μου «Η αναγκαιότητα του μύθου».
  «…τον Ρουσσώ που έπεφτε κάτω περπατώντας στα τέσσερα ή τον Νίτσε που φερόταν κτηνωδώς στη μητέρα του» (σελ. 79).
  Να κάτι που δεν ήξερα για τον Νίτσε. Διαβάζοντας όμως τα παρακάτω, αποκαταστάθηκε πάλι στη συνείδησή μου: «Εκείνο που έχει σημασία, λέει ο Νίτσε, δεν είναι η αιώνια ζωή, είναι η αιώνια ζωντάνια» (σελ. 94). Επίσης:
  «Τέχνη και μόνο τέχνη, λέει ο Νίτσε, έχουμε την τέχνη για να μην πεθάνουμε απ’ την αλήθεια» (σελ. 107).
  Ποιαν αλήθεια;
  «Και το ένα τούτο δεν υπάρχει». Ο Καζαντζάκης στη θέση της τέχνης τοποθετεί τον αγώνα.
  Και ένα ανέκδοτο:
  «Ξέρουμε την ιστορία του τρελού που ψάρευε μέσα σε μια μπανιέρα· ένας γιατρός με δικές του ιδέες για τις ψυχιατρικές μεθόδους τον ρώτησε αν τσιμπάει τίποτε, και δέχτηκε την αυστηρή απάντηση: -Όχι ανόητε, αφού ψαρεύω μέσα σε μια μπανιέρα» (σελ. 150).
  Και θυμήθηκα.
  Πρέπει να πήγαινα στο γυμνάσιο, αλλά ήμασταν στην αυλή του δημοτικού σχολείου του χωριού μου. Είχαμε περικυκλώσει έναν καθυστερημένο – κουζουλό στα κρητικά - νεαρό από ένα διπλανό χωριό και συζητάγαμε μαζί του κοροϊδεύοντάς τον διακριτικά, με γέλια και φωνές. Κάποια στιγμή αυτός μας φωνάζει αγανακτισμένος: - Σωπάτε μωρέ μη μας περάσουνε για κουζουλούς.
  Αλήθεια, ποια διαφορά έχει ο κουζουλός από τον παράλογο;

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος (μετ. Νίκη Καρακίτζου-Ντούζε και Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν), Καστανιώτης 1998, σελ. 140

  Δεν έχω διαβάσει μόνο τη βιογραφία του (Ολιβιέ Τοντ, «Αλμπέρ Καμύ, μια ζωή»), αλλά και την «Πτώση» και το «Μύθο του Σίσυφου». Τώρα ξαναδιάβασα για δεύτερη φορά (την πρώτη πρέπει να ήμουν φοιτητής) τον «Ξένο».
Στη βιβλιοκριτική μου για την «Πτώση» έγραψα: «Ο Καμύ έχει μια διαυγή, λαγαρή πρόζα, που παρά την ανυπαρξία μύθου τραβάει τον αναγνώστη».
  Την ίδια διαυγή, λαγαρή πρόζα ξαναβλέπω και στον «Ξένο». Υπάρχει όμως μια κεφαλαιώδης διαφορά: εδώ υπάρχει μύθος, μύθος με σασπένς που κρατάει αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον.
  Υπάρχει όμως και μια μεγάλη ομοιότητα: και ο Κλαμάνς και ο Μερσώ του «Ξένου» είναι αρνητικοί ήρωες. Ο Κλαμάνς μένει αδιάφορος στην αυτοκτονία μιας κοπέλας (πέφτει από μια γέφυρα και ούτε που γυρνάει να δει), ενώ ο Μερσώ ξεφορτώθηκε τη μητέρα του σε ένα γηροκομείο.
  Το ότι ξεφορτώθηκε τη μητέρα του τον κάνει άσπλαχνο γιο, και δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Το ότι όμως πυροβολεί χωρίς αποχρώντα λόγο έναν άραβα, αυτό τον παρουσιάζει και διαταραγμένο.
  Είναι ο Μερσώ ο αντιπροσωπευτικός ήρωας του παράλογου;
  Είχα σχολιάσει λίγο το παράλογο γράφοντας για το «Μύθο του Σίσυφου», εδώ όμως θα γράψω δυο λόγια ακόμη.
  Το παράλογο δεν είναι αντικειμενική κατηγορία, είναι υποκειμενική. Το να μην πιστεύεις στο Θεό, όπως ο Μερσώ, για πολλούς είναι παράλογο, όχι όμως για τον ίδιο, και για αρκετούς άλλους. Υπάρχει βέβαια και μια εξαίρεση, ποιος είναι αυτός που είπε credo, quia absurdum est; (Πιστεύω γιατί είναι παράλογο). Ας το ψάξω στη google.
Το βρήκα, είναι μια παράφραση κάτι παρόμοιου που είπε ο Τερτυλλιανός.
  Αυτοί που βρίσκουν τον κόσμο παράλογο και τον αντιμετωπίζουν αδιάφορα σίγουρα υποφέρουν από μια νευρωσική διαταραχή. Τέτοιος είναι ο Μερσώ, που όταν η φίλη του τού ζητάει να παντρευτούνε, λέει «και δεν παντρευόμαστε;». Για πολλά που τον ρωτάνε μας λέει περίπου ότι ούτε κρύο του κάνει ούτε ζέστη, τον αφήνουν αδιάφορο, όπως η πρόταση του γείτονα να γίνουν φίλοι.
  Χωρίς να είμαι ψυχίατρος (θα ρωτήσω απόψε το φίλο μου το Μανόλη να μου το επιβεβαιώσει) πιστεύω ότι είναι καταθλιπτικός. Το να βρίσκεις τον κόσμο χωρίς νόημα είναι σύμπτωμα κατάθλιψης, που μπορεί να οδηγήσει στην αυτοκτονία. Βέβαια δεν είναι καταθλιπτικοί όλοι όσοι μιλάνε σήμερα για το «παράλογο», που έχει περιβληθεί με το λούστρο της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας (Με δυσκολία διάβασα τον «Μύθο του Σίσυφου», και το «Περιμένοντας τον Γκοντό» τον είδα – και τον διάβασα – από περιέργεια, την ίδια περιέργεια με την οποία διάβασα τον Οδυσσέα του Τζόυς, και φυσικά από «επαγγελματική» υποχρέωση, σαν φιλόλογος με διδακτορικό στην αφηγηματολογία, που μάλιστα πατάει και στο θέατρο).
  Όμως ο Καμύ επεξεργάζεται μια έξυπνη πλοκή για να δοκιμιογραφήσει. Έπρεπε να καταδικάσει με κάποιο τρόπο τον ήρωά του σε θάνατο. Έτσι επινοεί διάφορα επεισόδια στα οποία εμπλέκεται ο Μερσώ με διάφορους, που σχεδόν όλα τον επιβαρύνουν στη δίκη.
  Και το δοκίμιο;
  Είναι ένας «πλατωνικός» διάλογος με τον παπά για την ύπαρξη του θεού και τη μετά θάνατο ζωή, που τον βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Τελικά κάτι ήξερε ο Πλάτωνας που τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις τις εξέθετε σε θεατρική μορφή.
  Τελικά μου άρεσε το έργο;
  Μου άρεσε, παρά τον αρνητικό ήρωα. Έχω ξαναγράψει ότι, χωρίς να είμαι οπαδός του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, έργα με τέτοιους ήρωες όπως το «Άρωμα» του Patrick Zuskind, δεν μου αρέσουν. Ο διάλογος αυτός, η λαγαρή πρόζα, το σασπένς, βάρυναν πολύ στο να μου αρέσει, και μάλιστα πάρα πολύ, σε αντίθεση με τα άλλα δυο έργα του που διάβασα.
  Όμως ας το ξεφυλλίσουμε για να σχολιάσω τυχόν υπογραμμίσεις.
«-Η μητέρα σας είναι;… -Ναι. -Ήταν μεγάλη; Απάντησε: -Έτσι κι έτσι, γιατί δεν ήξερε ακριβώς την ηλικία της» (σελ. 27).
  Τέτοιος γιος!!! Αργότερα σε ίδια ερώτηση θα πει «γύρω στα εξήντα».
  «Τη βοήθησα ν’ ανέβη στη σαμπρέλα και μ’ αυτή την κίνηση άγγιξα το στήθος της» (σελ. 30).
  Θυμήθηκα κι εγώ, φοιτητής, που ανέβαινα σε μια σαμπρέλα ρόδας αυτοκινήτου και ανοιγόμουνα σε αρκετή απόσταση από την παραλία της Ιεράπετρας. Όταν με καψάλιζε αρκετά ο ήλιος επέστρεφα.
  Όχι, δεν θυμάμαι να βοήθησα καμιά να ανέβη στη σαμπρέλα μου, και πολύ περισσότερο να της άγγιξα το στήθος.
  Αυτά για τον Καμύ, ίσως διαβάσω και άλλο έργο του.  
 Η Ηα
Post a Comment