Book review, movie criticism

Sunday, November 19, 2017

Wilson Chin, Lan Kwai Fong (2011)


Wilson Chin, Lan Kwai Fong (2011)


  Μου αρέσει να βλέπω πράγματα ομαδοποιημένα. Πέρα από σκηνοθέτες που βλέπω πακέτο, δηλαδή όλες τις ταινίες τους που μπορώ να βρω, βλέπω και όλα τα έργα που έχουν γυριστεί πάνω σε ένα μυθιστόρημα που έχω διαβάσει. Έργα με κοινό θέμα είχα δει μέχρι τώρα μόνο αυτά που αναφέρονται στους «47 ronin», ξεκινώντας με την ομώνυμη ταινία του Kenji Mizoguchi τον οποίο άρχισα να βλέπω πακέτο τώρα που τέλειωσα με τον Όζου, και τώρα προέκυψε το «Lan Kwai Fong». (喜爱夜蒲, έρωτας μιας βραδιάς, είναι ο κινέζικος τίτλος). Ξεκίνησα όμως ανάποδα, είδα πρώτα το «Lan Kwai Fong 3» και αποφάσισα να δω και τα άλλα δύο. Σειρά είχε χθες βράδυ το πρώτο, που προφανώς δεν έχει τον αριθμό ένα. Καθώς είχε επιτυχία, ο σκηνοθέτης του γύρισε και τα άλλα δύο.
  Το Lan Kwai Fong είναι μια περιοχή με κέντρα διασκέδασης στο Χονγκ Κονγκ. Με φόντο την περιοχή αυτή και με άφθονη μουσική, χορευτική μουσική, παρακολουθούμε τις ερωτικές ιστορίες των ηρώων της ταινίας, ακολουθώντας τους στα διάφορα κέντρα και μπαρ που πηγαίνουν. Εδώ έχουμε μόνο δύο ερωτικές ιστορίες, μια όμως είναι η κύρια, του Steven και της Jennifer. Το μιας βραδιάς σεξ εξελίσσεται σε έρωτα, όμως μετ’ εμποδίων. Περισσότερα για την πλοκή μπορείτε να διαβάσετε στον σύνδεσμο στον οποίο παραπέμπω στον τίτλο. Εδώ να γράψω μόνο δυο πράγματα που σημείωσα.
  Το πρώτο: το κάπνισμα, λέει, δημιουργεί ανικανότητα. Ψάχνω στο google για να μη μου ξεφύγει καμιά πατάτα και αντιγράφω: «Το τσιγάρο έχει μακροχρόνια βλαπτική επίδραση στο τοίχωμα των αρτηριών και επιδρά δυσμενώς στην αιμάτωση στα σηραγγώδη σωμάτια του πέους. Η λειτουργική ανεπάρκεια των πεϊκών αρτηριών διατηρείται όσο ο καπνιστής εξακολουθεί να καπνίζει και δυστυχώς μπορεί να παραμείνει όταν η βλάβη στις μικρές αυτές αρτηρίες γίνει σημαντική». 
  Να ένας παράγοντας να κόψετε το τσιγάρο, εσείς οι καπνιστές (οι καπνίστριες μπορείτε να το συνεχίσετε). Ευτυχώς που δεν υπήρξα ποτέ μου καπνιστής. Φαντάσου δηλαδή τώρα εγώ…
  Me gustas, λέει η Jennifer στον Steven. -Τι θα πει αυτό; -Πρέπει να πηγαίνω (είναι αεροσυνοδός).
  Και θυμήθηκα την ταινία του Gennaro Nunziante «Τι ωραία μέρα». Ο Checo Zalone λέει στην Nabiha Akkari η οποία υποτίθεται δεν ξέρει αραβικά το «σ’ αγαπώ» στα αραβικά. Αυτή τον ρωτάει τι θα πει αυτό, χαμογελώντας καθώς είναι ακουμπισμένοι πλάτη με πλάτη, και αυτός, αμήχανος, της λέει «Τι ωραία μέρα».
  Στο happy end, που ο σύνδεσμος δεν αποκαλύπτει για να μην κάνει σπόιλερ, λες και δεν ξέρουμε πώς τελειώνει μια κωμωδία, ο Steven, που έχει μάθει στο μεταξύ τη σημασία του, το λέει στην Jennifer. Αυτή βέβαια ζητάει την επιβεβαίωση.
 -Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;
 -Ξέρω, θα πει wo xihuan ni (σιχουάν, να μην κάνω μαθήματα προφοράς τώρα). Σε θέλω (λιγότερο formal από το wo ai ni, σ’ αγαπώ).


Saturday, November 18, 2017

Elem Klimov, Welcome, or No Trespassing (Добро пожаловать 1964)

Elem Klimov, Welcome, or No Trespassing (Добро пожаловать 1964)


  Λίγες ταινίες έχει γυρίσει ο Ελέμ Κλίμοφ, και με την ευκαιρία που το σαββατοκύριακο θα προβληθεί στο «Σχολείο του σινεμά» η ταινία του «Αποχαιρετισμός» είπα να τις δω, όσες έχω. Έγραφα παλιά μετά μανίας σε dvd-recorder ταινίες από την τηλεόραση, έχω κάπου 25 θήκες dvd που πιάνουν δυο σειρές στη βιβλιοθήκη μου. Κάποιες από αυτές τις ριπάρισα σε avi. Ανάμεσά τους είναι και οι ταινίες του Κλίμοφ, από την ΕΡΤ 1.
  Ξεκινάμε με την πρώτη του, το «Καλωσορίσατε». Ήταν τριανταενός χρονών ο Κλίμοφ όταν γύρισε την ταινία, μια κωμωδία με ήρωες πιονιέρους σε μια κατασκήνωση.
  Κεντρικό επεισόδιο είναι η αποβολή του Κώστια Ινοτσκίν από την κατασκήνωση γιατί παραβίασε έναν κανόνα, πήγε κολυμπώντας σε ένα κοντινό νησάκι. Γυρνώντας σπίτι η γιαγιά του πεθαίνει, σε εφέ υπερβολής για την αποβολή του, και αυτός δεν έχει άλλη επιλογή από το να επιστρέψει κρυφά. Τα παιδιά τον κρύβουν, και παρακολουθούμε μια σειρά από σπαρταριστά επεισόδια, ανάμεσα στα οποία βλέπουμε και ένα γουρουνάκι, στην προσπάθειά τους να μην αποκαλυφθεί η παρουσία του.
  Η ταινία σατιρίζει την υπερβολική πειθαρχία. Απαγορεύτηκε αρχικά, όταν όμως ο Χρουστσόφ είδε την ταινία σε ιδιωτική προβολή ήρε την απαγόρευση. Όταν έχεις αίσθηση του χιούμορ…
  Θα σημειώσουμε τον «μαγικό ρεαλισμό» στο τέλος της ταινίας, όπου βλέπουμε πρόσωπα να πηγαίνουν στο νησάκι πετώντας και όχι κολυμπώντας.

  Διαβάζω στη βικιπαίδεια ότι προβλήθηκε το 2015 στο φεστιβάλ Καννών στο τμήμα προβολής κλασικών ταινιών.  

Thursday, November 16, 2017

Raoul Peck, I am not your negro (Δεν είμαι ο νέγρος σου, 2016)

Raoul Peck, I am not your negro (Δεν είμαι ο νέγρος σου, 2016)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Είναι η τρίτη ταινία που βλέπω του αϊτινού Ραούλ Πεκ, μετά το «Sometimes in April» και το «Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Έγκελς», που παίζεται ακόμη. Η πρώτη είναι μυθοπλασίας αλλά στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, στον γενοκτονία του Τούτσι, ενώ η δεύτερη, δεν χρειάζεται να το πούμε, είναι βιογραφική. Η τρίτη αυτή ταινία του Πεκ είναι ντοκιμαντέρ.
  Ο αφηγηματικός κορμός της είναι ένα ανολοκλήρωτο χειρόγραφο του James Baldwin (1924-1987), που αναφέρεται στις ζωές τριών μαύρων ακτιβιστών, που όλοι τους δολοφονήθηκαν. Τον Medgar Evers δεν τον θυμάμαι, το 1963 που σκοτώθηκε ήμουν δεκατριών χρονών, και η είδηση της δολοφονίας του δεν έφτασε μέχρι το χωριό μου, τουλάχιστον σε μένα, σε αντίθεση με τη δολοφονία του Κένεντι. Όμως το 1965 ήμουν πια δεκαπεντάχρονος, πήγαινα στο καφενείο, και στην εφημερίδα που έφερνε κάθε μέρα ο καφετζής – το Βήμα πάντα – διάβασα για τη δολοφονία του Malcolm X. Αργότερα βέβαια διάβασα πολύ περισσότερα πράγματα γι’ αυτόν και είδα και την βιογραφική ταινία του. Και φυσικά διάβασα και για τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, το 1968.
  Διαφορετικοί χαρακτήρες, υπέρ της μη βίαιης αντίστασης ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, υπέρ της δυναμικής αντίστασης ο Malcolm X. Δυο χρόνια μετά τη δολοφονία του ιδρύθηκε το κόμμα των μαύρων πανθήρων, που έδινε δυναμικές απαντήσεις στη βία των αστυνομικών.
  Η ταινία είναι γεμάτη από αρχειακό υλικό, κινηματογραφημένα στιγμιότυπα και φωτογραφίες, τα οποία συνοδεύει ο λόγος του Baldwin, αφηγητής του οποίου είναι ο Σάμιουελ Τζάκσον.
  Θα ξεχωρίσω ένα επεισόδιο από την ταινία. Νομίζω ο Μπομπ Κένεντι λέει, προφητικά, ότι μετά από σαράντα χρόνια θα μπορούσε να εκλεγεί μαύρος πρόεδρος. Στο επόμενο πλάνο βλέπουμε τον Μπαράκ Ομπάμα.
  Θυμάμαι εδώ τη συζήτηση που είχαμε στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας με τη φίλη Κάτια Μαρινάκη, διδάκτορα κοινωνικής ανθρωπολογίας, που πρόσφατα επισκέφτηκε τη Νότιο Αφρική. Δεν της φάνηκε να έπεσε το apartheid, η εξαθλίωση των μαύρων και ο πλούτος των λευκών ήταν ιδιαίτερα εμφανή.
  Γιατί το λέω αυτό.
  Στις αστικές, δημοκρατικές κοινωνίες, η διαπίδυση από τη μια τάξη στην άλλη είναι κάτι δεδομένο. Ένας φτωχός προλετάριος μπορεί να γίνει μικροαστός ή μεγαλοαστός, έστω και μόνο αν του πέσει το λαχείο, ενώ στις αριστοκρατικές κοινωνίες του μεσαίωνα ήταν αδύνατο να πηδήσεις από την τρίτη τάξη στην αριστοκρατία. Όμως ο ρατσισμός δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια στην κοινωνική αυτή διαπίδυση. Ένας φτωχός λευκός έχει περισσότερες πιθανότητες να αναρριχηθεί οικονομικά και κοινωνικά από ότι ένας φτωχός μαύρος. Η κοινωνική τάξη δεν μεταβιβάζεται από μόνη της, μεταβιβάζεται όμως ο πλούτος, μέσω κληρονομιάς, που σε τοποθετεί σ’ αυτήν, είτε άμεσα, είτε έμμεσα (καλύτερες σπουδές κ.λπ.).
  Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις. Και θα κλείσω με μια ατάκα που θυμάμαι, από μια κωμωδία, που δείχνει μια τέτοια εξαίρεση, και που έχει να κάνει με τον τίτλο της ταινίας.
  -Είσαι ο νέγρος μου.
  Αυτό το λέει ένας πλούσιος μαύρος στον λευκό υπηρέτη του.

   

Zack Snyder, Justice league (2017)

Zack Snyder, Justice league (2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Ποια είναι αυτή η «Λίγκα της δικαιοσύνης»;
  Είναι μια ad hoc ένωση για την υπεράσπιση της γης από την εισβολή του Steppenwolf, του «Λύκου της στέπας», ο οποίος βέβαια δεν έχει καμιά σχέση με τον ήρωα του Χέρμαν Έσε. Την ένωση αυτή την αποτελούν γνωστοί υπερήρωες, που μέχρι τώρα τους ξέραμε σε ξεχωριστές ιστορίες. Αυτοί είναι ο Μπάτμαν που αναλαμβάνει και τη στρατολόγηση των υπερασπιστών της γης, η Wonder woman, ο Aquaman, άνθρωπος του νερού, που μοιάζει με τον Ποσειδώνα αλλά τον ξεπερνάει γιατί αυτός δεν κρατάει τρίαινα αλλά πένταινα, ο Φλάς, ο χαρισματικός φοιτητής με τη μεγάλη ταχύτητα, και ο Cyborg, μισός άνθρωπος μισός μηχανή, με μεγάλες ικανότητες. Στην ομάδα θα προστεθεί και ο Σούπερμαν, τον οποίο θα καταφέρουν να αναστήσουν.

  Όλους αυτούς θα τους θαυμάσουμε σε δυναμικές συγκρούσεις που θα συναρπάσουν τους λάτρεις του είδους. Θα δούμε βέβαια και τις αμαζόνες που συνόδεψαν την «Wonder woman», την οποία είδαμε πριν πέντε μήνες. 

Tuesday, November 14, 2017

Peter Weir, The year of living dangerously (1982)

Peter Weir, The year of living dangerously (1982)


  Τον περασμένο Απρίλη είδαμε τα δυο ντοκιμαντέρ του Joshua Oppenheimer, «The look of silence» και «The act of killing», που αναφέρονται στα γεγονότα της ανατροπής της νόμιμης κυβέρνησης της Ινδονησίας το 1965 και τον σφαγιασμό ενός εκατομμυρίου κομμουνιστών, ακτημόνων αγροτών αλλά και κινέζων. Στην ταινία, ταινία μυθοπλασίας μια και πρόκειται για κινηματογραφική μεταφορά μυθιστορήματος, βλέπουμε, στο φόντο της ερωτικής ιστορίας του αυστραλού δημοσιογράφου (Μελ Γκίμπσον) με τη βρετανίδα υπάλληλο της αγγλικής πρεσβείας (Σίγκουρνι Γουίβερ), την κατάσταση στη χώρα το μήνα που προηγήθηκε του πραξικοπήματος.
  Με έκπληξη διαβάζω ότι η ταινία ήταν απαγορευμένη στην Ινδονησία και επιτράπηκε η προβολή της την επόμενη χρονιά της βίαιης παραίτησης του πραξικοπηματία Σουχάρτο, το 1999. Την ταινία την προσέλαβα σαν να δικαιώνει κατά κάποιο τρόπο το πραξικόπημα.
  Ο Σουκάρνο είναι λαοπρόβλητος αλλά και με μελανά σημεία που αναφέρονται στην ταινία. Είναι γυναικάς, και για το φτωχό λαό δεν κάνει όλα όσα υποσχέθηκε. «Τάισε το λαό σου Σουκάρνο» γράφει σε ένα πανό και το κρεμάει σε ένα παράθυρο ενός ξενοδοχείου η Linda Hunt, βραβευμένη για τον ανδρικό ρόλο του νάνου εικονολήπτη του Γκίμπσον, και την επόμενη στιγμή εκπαραθυρώνεται από δυο άτομα των μυστικών υπηρεσιών. Ένα καράβι όπλα παρέλαβαν οι παντοδύναμοι κομμουνιστές, έτοιμοι να κάνουν την επανάσταση. Ο Γκίμπσον το μαθαίνει και τους αποκαλύπτει, σε μια για μένα αμφιλεγόμενη δημοσιογραφική δεοντολογία. Τότε τον εγκαταλείπει ο εικονολήπτης και η Σίγκουρνι Γουίβερ. Η δεύτερη μόνο για λίγο. Μόλις την τελευταία στιγμή ο Γκίμπσον καταφέρνει, με δυσκολίες, να φτάσει στο αεροδρόμιο και να επιβιβαστεί κι αυτός στο αεροπλάνο με το οποίο φεύγει η Γουίβερ, λίγο πριν κηρυχθεί ο στρατιωτικός νόμος οπότε θα ήταν πολύ αργά. Στο τελευταίο πλάνο τους βλέπουμε να αγκαλιάζονται στην είσοδο του αεροπλάνου.
  Πλοίο με όπλα για τους κομμουνιστές; Μήπως έκαναν καλά οι πραξικοπηματίες; Μήπως απέτρεψαν έναν εμφύλιο που θα στοίχιζε πάνω από ένα εκατομμύριο ζωές, όσοι ήταν οι σφαγιασθέντες κομμουνιστές; 
  Δεν ξέρω αν είναι ιστορικά αληθής – πάντα έχω αυτό το πρόβλημα με τις ταινίες μυθοπλασίας – η σχεδιαζόμενη επανάσταση από τους κομμουνιστές. Πάντως βλέπω την ταινία να δικαιώνει αρκετά το πραξικόπημα του Σουχάρτο, και μου προκαλεί έκπληξη που ήταν απαγορευμένη τόσα χρόνια στην Ινδονησία. 

Monday, November 13, 2017

Krzysztof Zanussi, Illumination (1973)

Krzysztof Zanussi, Illumination (1973)


  Η ταινία του Κριστόφ Ζανούσι προβλήθηκε προχθές στο «Σχολείο του σινεμά».
  Είναι ένα περίπου Bildungsfilm, κατ’ αναλογία με το Bildungsroman. Παρακολουθούμε την ζωή του Φράντισεκ, ξεκινώντας από την νεανική του ηλικία, λίγο πριν εγγραφεί στο πανεπιστήμιο, και στη μετέπειτα ζωή του, περίπου μέχρι την ηλικία που είχε και ο Ζανούσι εκείνη την εποχή (γεννήθηκε το 1939). Είναι αρκετά αυτοβιογραφική ταινία, αν και η πιο αυτοβιογραφική ταινία του, διαβάζω στη βικιπαίδεια, είναι η «At full gallop» (1996). Σπούδασε και ο ίδιος φυσική όπως και ο ήρωάς του. Σπούδασε επίσης φιλοσοφία, ενώ ο Φράντισεκ έχει εμμονή με φιλοσοφικά ερωτήματα.
  Η ταινία είναι μια σειρά από δεικτικά επεισόδια που χαρακτηρίζουν τον ήρωα και δείχνουν γεγονότα και καταστάσεις από τη ζωή του. Έξυπνη η επινόηση της αρχής, όπου δείχνεται να παίρνουν στοιχεία του σαν να πρόκειται για φακέλωμα. Τόσο το ύψος και το βάρος, αλλά και τόσο το IQ (πολύ υψηλό). Οι σπουδές του, μια σχέση του, μια επόμενη σχέση που θα οδηγήσει στην εγκυμοσύνη της κοπέλας και θα καταλήξει στο γάμο αφού ο Φράντισεκ την αποτρέπει να κάνει έκτρωση, η βιοπάλη που τον κάνει να διακόψει τις σπουδές του για να τις συνεχίσει αργότερα με δυσκολίες, είναι κάποιοι σταθμοί της ζωής του.
  Ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας φαίνεται και από κάποιες ασυνέπειες. Σε κάποιες από τις φιλοσοφικές συζητήσεις του ο Φράντισεκ καταφέρεται κατά της ακραίας εξειδίκευσης, κάτι που κάνει και ο Κόνραντ Λόρεντς στην «Πίσω όψη του καθρέπτη» (Θυμάρι, κάπου 1980 η πρώτη έκδοση, σε μετάφραση δική μου). Όμως αυτό δεν τον εμποδίζει να ακολουθήσει αργότερα διδακτορικό, παρόλο που το διδακτορικό είναι η έκφραση της άκρας εξειδίκευσης.
  Στο προτελευταίο επεισόδιο της ταινίας τον βλέπουμε να επισκέπτεται έναν καρδιολόγο. Έχει αρχή στεφανιαίας νόσου. Ο γιατρός του λέει να χαλαρώσει, κάτι που θέλει να το κάνει σε τέσσερις μέρες να το κάνει σε έξι, γιατί αλλιώς δεν θα αποφύγει το μοιραίο. Δεν γίνεται, έχει ήδη καθυστερήσει. Ζητάει χάπια. Ο γιατρός του λέει ότι τα χάπια δεν θα βοηθήσουν, πρέπει οπωσδήποτε να χαλαρώσει (παρεμπιπτόντως, αυτό μου είπε και ένας ενδοκρινολόγος για τον θυρεοειδή μου, όταν πήγα να πάρω μια δεύτερη γνώμη, γιατί ο προηγούμενος αρνήθηκε να μου γράψει χάπια). -Θα γίνω ψυχολογικά ανάπηρος, αυτό εννοείς; Ήταν το σχόλιό του.
  Στις δημοσιογραφικές προβολές έχω ένα πρόβλημα. Λόγω του προστάτη υποφέρω από συχνουρία, και παρόλο που φροντίζω να μην πίνω νερό δεν τα καταφέρνω πάντα να αποφύγω να πάω τουαλέτα κατά τη διάρκεια της περίπου δίωρης παράστασης, ιδιαίτερα της πρώτης από τις δυο ταινίες. Έχω πάντα το φόβο ότι μπορεί να χάσω κάτι σημαντικό.
  Στην προβολή του «Illumination» μου συνέβη κάτι διαφορετικό. Αφαιρέθηκα στο τέλος της ταινίας, στο τελευταίο επεισόδιο, καθώς δεν φανταζόμουν ότι μετά θα έπεφταν τα γράμματα τέλους.
  Στη συζήτηση που ακολούθησε μετά το τέλος της προβολής όπως γίνεται πάντα στο «Σχολείο του σινεμά», το ομολόγησα, και αναρωτήθηκα αν ακολούθησε τη συμβουλή του γιατρού, παρά το σχόλιό του.
  -Όχι, δεν την ακολούθησε ήταν η απάντηση. Ανάμεσα στο δίλλημα της χαλάρωσης και της γεμάτης ένταση επιστημονικής έρευνας επέλεξε τη δεύτερη. Και κατέθεσα ένα απόσπασμα από τον «Φτωχούλη του Θεού» του Καζαντζάκη, τις τρεις προσευχές της ψυχής, την οποία παρομοιάζει με δοξάρι. –Θεέ μου μη με αφήσεις ατέντωτο γιατί θα σαπίσω. –Θεέ μου μη με παρατεντώσεις γιατί θα σπάσω. –Θεέ μου παρατέντωσέ με κι ας σπάσω. Ο Καζαντζάκης προκρίνει για υπαρξιακούς λόγους την τρίτη προσευχή. Ο Φράντισεκ αρνείται τη συμβουλή του γιατρού για ψυχολογικούς λόγους, για να μη βυθιστεί στην κατάθλιψη.
  Και θα μιλήσω πάλι για την πρόσληψη.
  Ξαναβλέποντας το τέλος της ταινίας λίγο πριν ξεκινήσω να γράφω αυτές τις γραμμές (την είχα γράψει στο βίντεο από το πάλαι ποτέ cine+ και τη ριπάρισα σε avi, καθώς και άλλες τρεις ταινίες του Ζανούσι) την προσέλαβα διαφορετικά από ότι οι φίλοι στη συζήτηση. Είδα τον Φράντισεκ με τη γυναίκα του και το γιο τους να απολαμβάνουν τη φύση στις όχθες ενός ποταμού. Η γυναίκα του πλέκει καθισμένη στην άκρη του ποταμού, δίπλα της είναι καθιστός  ο γιος τους ενώ ο ίδιος είναι με το μαγιό όρθιος με τα πόδια μέσα στο νερό. Στο τελευταίο πλάνο τον βλέπουμε να παρακολουθεί χαμογελαστός δυο πουλιά που πετάνε στον ουρανό. Κατά τη γνώμη μου ακολούθησε τη συμβουλή του γιατρού.
  Την ακολούθησε;
  Οι φίλοι στη συζήτηση όπως είπα είχαν διαφορετική γνώμη.
  Μήπως δεν είμαι επαρκής θεατής και την προσέλαβα λάθος; Οι αναρτήσεις που έχω κάνει για ταινίες και η κάρτα διαπίστευσης που έχω για να πηγαίνω στις δημοσιογραφικές προβολές νομίζω το διαψεύδουν, οπότε το ερώτημα που μπαίνει είναι το εξής: άφησε σκόπιμα αμφίσημο το τέλος ο Ζανούσι ώστε να το προσλάβουν οι θεατές, ανάλογα με τα γούστα τους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ή μήπως ήταν σκηνοθετική αδεξιότητα;
  Υπάρχει η θεωρία των πολλαπλών αναγνώσεων (προέρχομαι από το χώρο της λογοτεχνίας), που όμως δεν με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Μπορεί κάποιες φορές δυο ή τρεις αναγνώσεις να είναι έγκυρες, τις περισσότερες φορές όμως μόνο μια ανάγνωση είναι απόλυτα έγκυρη, η προτειθέμενη σκηνοθετικά, ενώ οι υπόλοιπες είναι λαθεμένες, με το ενδεχόμενο βέβαια κάποιες απ’ αυτές να είναι παραναγνώσεις, δηλαδή έγκυρες εφόσον μπορούν βάσιμα να τεκμηριωθούν. Η δική μου «ανάγνωση» της ταινίας τι ήταν, έγκυρη, δηλαδή σύμφωνη με τη σκηνοθετικά προτιθέμενη πρόσληψη, έστω και στα πλαίσια μιας προτιθέμενης αμφισημίας, λαθεμένη, ή παρανάγνωση, στο βαθμό που τα επιχειρήματα που παρέθεσα παραπάνω είναι πειστικά; Και ποιος θα μπορούσε να το κρίνει;

  Όμως καλύτερα να σταματήσω εδώ. 

Kogonada, Columbus (2017)

Kogonada, Columbus (2017) 







  «Ο Τζιν, ένας γεννημένος στην Κορέα αμερικανοθρεμμένος άντρας, βρίσκεται κολλημένος στο Κολούμπους της Ιντιάνα, όπου ο αποξενωμένος του πατέρας, ένας αρχιτέκτονας, έχει πέσει σε κώμα. Ο Τζιν γνωρίζει μια νεαρή κοπέλα που θέλει να μείνει εκεί με τη μητέρα της, μια ναρκομανή σε ανάρρωση, αντί να κυνηγήσει τα όνειρα της. Μαζί οι δυο τους εξερευνούν διάφορα κτήρια με περίτεχνη αρχιτεκτονική στην πόλη (μια πόλη που φημίζεται για αυτό και έχει γίνει γνωστή ως «η Αθήνα του λιβαδιού»), ενώ την ίδια ώρα αποκαλύπτει ο ένας στον άλλον το τι θα ήθελε να γίνει».
  Το παραπάνω είναι paste από μια περίληψη της ταινίας, την οποία αποφάσισα να δω όταν διάβασα πως ο σκηνοθέτης της αποκάλυψε ότι είχε σαν πηγή έμπνευσης τον Yasujiro Ozu, και συγκεκριμένα την ταινία του «Tokyo story».
  Επειδή τώρα μόλις τέλειωσα και τις 37 σωζόμενες ταινίες του Όζου και έχω γράψει γι’ αυτές (δεν έχω αναρτήσει, θα είναι το επόμενο σε ψηφιακή αυτοέκδοση βιβλίο μου, αφού διαβάσω κάποια βιβλία για αυτόν), μπορώ να πω ότι μόνο δυο επεισόδια από το «Tokyo story» μπορούν να θεωρηθούν σαν αφετηρία της πλοκής. Το πρώτο, εκεί που η γριά μητέρα πέφτει σε κώμα και έρχονται στο πλευρό της τα παιδιά της. Το δεύτερο, η ξενάγηση της πεθεράς στο Τόκιο από τη χήρα νύφη της. Όμως σίγουρα ο Kogonada είναι επηρεασμένος γενικά από τον Όζου, σαν ποιητική αλλά και σαν θεματική.
  Σαν θεματική, βλέπουμε το «κόλλημα» της κόρης στη μαμά, που δεν θέλει να την εγκαταλείψει και να κυνηγήσει τα όνειρά της. Σε κάποιες ταινίες του Όζου η κόρη δεν θέλει να εγκαταλείψει, όχι τη μητέρα της αλλά τον χήρο πατέρα της, και όχι για να ακολουθήσει τα όνειρά της αλλά για να παντρευτεί.
  Σαν ποιητική, βλέπουμε την ίδια αγάπη για τις ευθείες γραμμές που σχηματίζουν κανονικά γεωμετρικά σχήματα. Και πού θα δει κανείς περισσότερα τέτοια σχήματα παρά σε κτίρια; Και στην ταινία βλέπουμε αρκετά. Ακόμη βλέπουμε την αγάπη για τα «αμφιπλεύρου συμμετρίας» πλάνα, με παραβίαση κάποιες φορές της συμμετρίας με τη μετατόπιση της κεντρικής γραμμής για χάρη της χρυσής τομής.  

  Πολύ ωραία ταινία.  

Thursday, November 9, 2017

Raoul Peck, Le jeune Karl Marx (Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Ένγκελς, 2017)



Raoul Peck, Le jeune Karl Marx (Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Ένγκελς, 2017)

Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Έχουμε γράψει για μια ακόμη ταινία του αϊτινού Ραούλ Πεκ, το «Sometimes in April», που αναφέρεται στη γενοκτονία των Τούτσι στη Ρουάντα.
  Μια βιογραφική ταινία για τους δυο κορυφαίους θεωρητικούς του σοσιαλιστικού κινήματος είναι από μόνη της ενδιαφέρουσα. Μήπως όμως είναι κουραστική για ένα κοινό που έχει στρέψει την πλάτη του την πολιτική, ή που δεν το ενδιαφέρει ούτε η ιστορία του εργατικού κινήματος ούτε η βιογραφία του Μαρξ και του Έγκελς;
  Ήταν αρκετά προσεκτικός σ’ αυτό ο Ραούλ Πεκ, και έκανε μια ταινία που να αρέσει και σε ένα ευρύτερο κοινό. Έχω αναφερθεί συχνά στο μοτίβο του σταχτοπούτου και της σταχτοπούτας. Ποιος είναι ο σταχτοπούτος εδώ; Μα ο Καρλ Μαρξ, ένας απλός αστός διανοούμενος, εβραίος μάλιστα (για πρώτη φορά μαθαίνω ότι ο πατέρας του ήταν προσήλυτος στο εβραϊκό δόγμα) που παντρεύτηκε την αριστοκράτισσα Τζένη φον Βεστφάλεν, η οποία εγκατέλειψε τις ανέσεις της για να συμμεριστεί τη δύσκολη ζωή του μεγαλοφυή Καρλ.
  Και η σταχτοπούτα;
  Αυτή ήταν η Μαίρη Μπερνς, εργάτρια σε ένα από τα κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια του πατέρα Ένγκελς που παντρεύτηκε το γιο του.
  Κάποιες φορές η πραγματικότητα ξεπερνάει το παραμύθι.
  Εσείς οι παλιοί και οι νέοι αριστεροί πρέπει να τη δείτε οπωσδήποτε. Αλλά και όποιος άλλος τη δει θα του αρέσει.

Ceyda Torun, Kedi (Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης 2016)

Ceyda Torun, Kedi (Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης, 2016)


Από σήμερα στους κινηματογράφους. 
 Παραθέτω ένα ενημερωτικό σημείωμα για την ταινία.
  «Η δημιουργός του «Kedi», Τσεϊντά Τορούν, αποφάσισε να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ με πρωταγωνιστές τους αιλουροειδείς κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, και συγκεκριμένα επτά αδέσποτους χνουδωτούς σταρ, το οποίο περιστρέφεται γύρω από τη ζωή τους, αλλά και την επιρροή που ασκούν στους δίποδους κατοίκους της πόλης. Εκατοντάδες χιλιάδες γάτες περιφέρονται ελεύθερα στη μητρόπολη της Κωνσταντινούπολης. Για χιλιάδες χρόνια, μπαινοβγαίνουν στις ζωές των ανθρώπων, αποτελώντας ένα σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητας για τις κοινότητες της πόλης. Χωρίς ιδιοκτήτες, τα ζώα αυτά ζουν ανάμεσα σε δύο κόσμους, ούτε ακριβώς άγρια ούτε ακριβώς εξημερωμένα – και δίνουν χαρά και σκοπό στους ανθρώπους που αποφασίζουν να υιοθετήσουν. Στην Κωνσταντινούπολη, οι γάτες αποτελούν καθρέφτη των ανθρώπων, επιτρέποντάς τους να στοχάζονται πάνω στις ζωές τους με μοναδικό τρόπο».
  Περιττό να πω, για όσους με διαβάζουν, ότι η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ.
  Έχω από μικρός μια αγαπησιάρικη σχέση με τις γάτες. Στο facebook έχω αναρτήσει φωτογραφίες και βίντεο με γάτες. Η τελευταία φωτογραφία που ανάρτησα ήταν πριν δυο βδομάδες περίπου, με μια γάτα να κοιμάται του καλού καιρού πάνω στη σέλα της μηχανής μου, έξω από το «Σχολείο του σινεμά». Όμως το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας μου με τις γάτες το έχω αφηγηθεί σε ένα από τα πρώτα μου κείμενα, αυτοβιογραφικό με πολλά ηθολογικά στοιχεία. Γράφηκε το 1979 και έχει τίτλο «Τα γατάκια μου: παρατηρήσεις πάνω στη συμπεριφορά της γάτας».

  Παραλίγο να το ξεχάσω, άκουσα στην ταινία και το τραγούδι «Τι σε μέλει εσένανε κι όλο με ρωτάς…» στα τούρκικα. Τώρα, οι τούρκοι το πήρανε από μας ή εμείς από αυτούς; Ίσως κάποιοι να ξέρουνε. 

Wednesday, November 8, 2017

Wilson Chin, Lan Kuai Fong 3 (2013)

Wilson Chin, Lan Kuai Fong 3 (2013)


  Πρέπει κατά καιρούς να ακούω κινέζικα για να μην τα ξεχάσω ολότελα. Έτσι, πριν τελειώσω με τους ιρανούς και ασχοληθώ με τους κινέζους, βλέπω σκόρπια κινέζικα έργα, όχι σινεφίλ, μεσονύχτιες ώρες, για χαλάρωση.
  Πρέπει να είχε επιτυχία το πρώτο Lan Kuai Fong για να ακολουθήσουν άλλα δύο.
  Το Lan Kuai Fong είναι η περιοχή με τη νυχτερινή ζωή στο Χονγκ Κονγκ. Στο τρίτο αυτό sequel παρακολουθούμε τη ζωή τεσσάρων κοριτσιών και τις ερωτικές τους περιπέτειες. Έλεγα να κάνω μια συνολική ανάρτηση και για τα τρία, αλλά το βλέπω μάλλον χλωμό. Έχουν περάσει ήδη πέντε μέρες από τότε που είδα την ταινία και την έχω μισοξεχάσει, γι’ αυτό είπα να αναρτήσω. Τώρα γράφω για κάθε ταινία που βλέπω, έστω και λίγα πράγματα, και όχι πια δυο γραμμές για αυτές που δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα στο αρχείο μου tenies pou ida ke den egrapsa gi aftes. Την υπόθεση του έργου μπορεί πάντα να τη διαβάσει κάποιος στον σύνδεσμο που παραθέτω.
  Αυτό που θυμάμαι είναι η χαριτωμένη ερωτική ιστορία της ασχημούλας με τον ντροπαλό διδάκτορα, πώς τα φτιάχνουν, και πώς στεριώνει μια σχέση για την οποία η ασχημούλα δεν πίστευε ότι ήταν για παραπέρα από μια βραδιά. Έτσι το πρωί φεύγει πριν αυτός ξυπνήσει. Φαντάζεστε την έκπληξή της όταν τον βλέπει να την περιμένει στον παιδικό σταθμό που εργάζεται. Μα πώς την ανακάλυψε; Υπάρχουν τόσα πολλά. Ναι, της λέει, 35 (αν θυμάμαι καλά), αλλά είμαι τυχερός που σε πέτυχα στο 13ο.

  Το δεύτερο που θυμάμαι είναι ότι τα περισσότερα επεισόδια διαδραματίζονται σε ένα κλαμπ, με τη χορευτική μουσική να καλύπτει σαν μουσική υπόκρουση το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Σου δημιουργεί πραγματικά την αίσθηση ότι βρίσκεσαι και εσύ εκεί, και φαντάζομαι αυτό θα συμβαίνει και στις προηγούμενες ταινίες, που λέω να τις δω κι αυτές, μια και μου αρέσει να βλέπω πράγματα πακέτο. 

Monday, November 6, 2017

Peter Weir, The Truman show (1998)

Peter Weir, The Truman show (1998)


  Προβλήθηκε χθες στο «Σχολείο του σινεμά».
  Ευφάνταστο σενάριο και σκληρή σάτιρα, αυτά είναι που κάνουν την ταινία να ξεχωρίζει.
  Ένας έξυπνος διαφημιστής στήνει μια ολόκληρη τεχνητή πόλη, με τεχνικό στερέωμα, τεχνητό ήλιο κ.λπ., κλεισμένη μέσα σε μια τεράστια «καμπάνα», με κάτοικους-ηθοποιούς. Εκεί μέσα οι πάμπολλες κάμερές του παρακολουθούν σε «Ζωντανή μετάδοση» το «Truman show», τη ζωή του Τρούμαν, ήδη από την ενδομήτρια ζωή του. Παράλληλα διαφημίζουν και διάφορα προϊόντα.
  Το πρόβλημα στην όλη ιστορία είναι ότι ο Τρούμαν δεν πρέπει να φύγει ποτέ από αυτό το περίκλειστο σύμπαν. Θέλει να ταξιδέψει στα νησιά Φίτζι. Θα του βάλουν ένα σωρό εμπόδια. Θέλει να φύγει από την πόλη. Πάλι θα τον εμποδίσουν, υποτίθεται με τρόπο που να μην μπορεί να υποψιαστεί.
  Να μην μπορεί να υποψιαστεί;
  Κάποια στιγμή αρχίζει να υποψιάζεται. Και αρχίζει να δημιουργείται το σασπένς: πότε θα καταλάβει, και αφού καταλάβει πότε θα επιχειρήσει να αποδράσει;
  Μα πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει η καθημερινότητα ενός ανθρώπου, ώστε να την παρακολουθούν στις τηλεοράσεις τους εκατομμύρια τηλεθεατές από όλο τον κόσμο; Μα όσο και τα σκουπίδια που μας σερβίρει καθημερινά η τηλεόραση.
  Μπορούμε βέβαια να κάνουμε και υπερερμηνείες, ο έξυπνος αυτός διαφημιστής είναι ο Θεός που είμαστε πιασμένοι στα δίχτυα του και μπορεί να μας κάνει ό,τι θέλει. Το happy end την ακυρώνει κατά κάποιο τρόπο. Ο Τρούμαν το σκάει τελικά, και όλοι οι τηλεθεατές χειροκροτούν. Και στη συνέχεια, καθώς κλείνει η εκπομπή, οι κάμερες δεν μπορούν να τον παρακολουθήσουν στον πραγματικό κόσμο, κάνουν ζάπιν για άλλο κανάλι.

  

Sunday, November 5, 2017

83η ιστορία, Νέος φόρος



83η ιστορία, Νέος φόρος

  Αυθεντικό, σε καφενείο του χωριού μου, αλλά πάλι δεν θα πω ονόματα, ορκίστηκα.
  Η δασκάλα-Τα μάθατε; Ο Τσίπρας θα φορολογήσει και το σεξ.
 Ο αμερικανός πρόεδρος -Εμένα δεν με πειράζει, γιατί θα πληρώνω μόνο το πάγιο.