Book review, movie criticism

Sunday, July 5, 2009

Σοσιαλιστικό και οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα: συγκρίσεις και προοπτικές

Το παρακάτω κείμενο φιλοξενείται στον συλλογικό τόμο Το οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα, επιμ. Χριστ. Ορφανίδης, Αθήνα 1987, εκδόσεις «Μετά τη βροχή», σελίδες 12. Όλο το κείμενο βρίσκεται στην ιστοσελίδα μου, στην κατηγορία "βιβλία", αριθμός 7(καταχρηστικά, μια και δεν είναι δικό μου βιβλίο, αλλά δεν ήξερα πού αλλού να το βάλω).
Διαβάζοντάς το σήμερα από το βάθος των 22 χρόνων, το χαρακτηρίζω προφητικό. Παραθέτω την τελευταία παράγραφο του κειμένου.
"Κι αν δεν κάνουμε την «επανάσταση»; Πάλι κέρδος θα έχουμε. Όπως λέει και ο Ντάνυ (Κον Μπεντίτ) σε μια συζήτηση με τον Καστοριάδη «το οικολογικό κίνημα μετασχηματίζει την κοινωνία, όπως το εργατικό κίνημα μετασχημάτισε την αστική κοινωνία, όταν κίνησε πόλεμο ενάντιά της». Έτσι κι αλλιώς θα βοηθήσει τη ζωή μας να γίνει καλύτερη".
Προφητικό ως προς τι:
Το 90, όταν μετά τις βουλευτικές εκλογές βγήκε βουλευτίνα των Οικολόγων-Εναλλακτικών η Μαρίνα η Δίζη, γίνηκαν ένα σωρό οικολογικές ομάδες στις διάφορες γειτονιές. Ανάμεσα σε αυτές ήταν και η "Οικολογική-Εναλλακτική ομάδα Γαλατσίου". Ξεκινήσαμε με 28 άτομα. Πιάσαμε ένα στέκι. Στις δημοτικές εκλογές κατεβήκαμε μαζί με τον ενιαίο τότε Συνασπισμό, πριν αποχωρήσει δηλαδή το ΚΚΕ. Γυρνάγαμε τότε από σπίτι σε σπίτι και ζητάγαμε από τους κατοίκους να μην πετάνε τις εφημερίδες, αλλά να τις φυλάνε, και εμείς θα τις παίρναμε να τις πηγαίνουμε για ανακύκλωση. Σήμερα σε κάθε γειτονιά βλέπουμε κάδους ανακύκλωσης.
Βγάλαμε και ένα βραχύβιο περιοδικό, την "Όμορφη Πόλη". Ήταν η εποχή που ξεκίνησα να γράφω βιβλιοπαρουσιάσεις, και δυο απ' αυτές δημοσιεύτηκαν σε δυο από τα τέσσερα τεύχη που κυκλοφόρησαν συνολικά.
Η ιστορία τέλειωσε (ας μην αναφέρουμε τους λόγους)κάποια στιγμή. Όταν φυλλορροήσαμε αρκετά και δεν μπορούσαμε να συντηρήσουμε το στέκι δεχθήκαμε για συγκατοίκηση τον Συνασπισμό, και όταν μείναμε τέσσερις μόνο, ο Αρίστος, ο Μάκης, η Νίκη και εγώ, εγκαταλείψαμε το στέκι χαρίζοντας στον Συνασπισμό την επίπλωση που την είχαμε αγοράσει εμείς, και πήγαμε στο σπιτάκι μας. Από τότε "έπαψα να θέλω να σώσω τον κόσμο". Με απορρόφησε η μελέτη της λογοτεχνίας, και μετά από τρία χρόνια ξεκίνησα το διδακτορικό μου.
Οι οικολογικές ιδέες έχουν μπει πια στο πετσί του νεοέλληνα, δυστυχώς όμως στους περισσότερους μόνο σαν "ιδέες" και όχι σαν πρακτική. Δεν γίναμε κυβέρνηση, αλλά η απήχησή μας ήταν τέτοια που όλα τα κόμματα αναγκάστηκαν να ενσωματώσουν και οικολογικές ιδέες στα προγράμματά τους, έστω και μόνο σαν "μαϊντανό". Μετά από 22 χρόνια οι Οικολόγοι, σαν Οικολόγοι-Πράσινοι, βγάζουν τον Μιχάλη Τρεμόπουλο, παλιό σύντροφο από τη Νέα Αριστερά, ευρωβουλευτή. Εύχομαι αυτό το δεύτερο ξεκίνημα να έχει καλύτερη κατάληξη από το προηγούμενο. Μιχάλη, να μη σε δω μετά από λίγο καιρό σε άλλο κόμμα, όπως έγινε με κάποια στελέχη των Οικολόγων-Εναλλακτικών. Να μη γίνει και στον προοδευτικό χώρο η πολιτική σαν το ποδόσφαιρο, παίρνουμε δηλαδή μεταγραφή όπου μας συμφέρει, όπου μας εξασφαλίζεται η συνέχεια της πολιτικής μας καρριέρας.

Ξανακοίταξα το κείμενο στην προοπτική μιας έκδοσης άρθρων, ανακοινώσεων, μελετών κ.λπ. και είπα να το επισυνάψω. 



Μπάμπης Δερμιτζάκης, «Οικολογικό και σοσιαλιστικό κίνημα: συγκρίσεις και προοπτικές»

Στο: Χριστόφορος Ορφανίδης (επιμ.), Το οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα, Αθήνα 1987, εκδόσεις Μετά τη βροχή.

Γιατί τόσα κείμενα

 Το να γράψει κανείς για το παρόν και το μέλλον ενός κινήματος, μη εξαιρουμένου και του οικολογικού, είναι τρομερά δύσκολο κι επικίνδυνο εγχείρημα. Η συμμετοχή στο παρόν, παρά την ένταση των εμπειριών που συνεπάγεται, ίσως μάλιστα και εξαιτίας τους, δεν εξασφαλίζει την αντικειμενικότητα των εκτιμήσεων. Η ιστορία που γράφεται μετά από χρόνια, τοποθετώντας τα γεγονότα σε μια πιο σωστή προοπτική, είναι πιο έγκυρη και συχνά αφίσταται από τις ιστοριογραφίες των συγχρόνων.
  Ακόμη πιο δύσκολο είναι να μιλήσει κανείς για το μέλλον. Κάθε απόπειρα μελλοντολογίας ριψοκινδυνεύει τον χλευασμό της μελλο­ντικής   διάψευσης.
  Εμείς ευτυχώς, δεν διατρέχουμε τέτοιο κίνδυνο. Το ότι είμαστε πολλοί οι συγγραφείς αυτών των κειμένων, δείχνει την παραδοχή μας (και πρώτα απ’ όλα του εκδότη), ότι οι αντιλήψεις μας θα αφί­στανται, ότι θεωρούμε δεδομένο ότι δεν κατέχουμε την «αντικειμενική» εικόνα, η εικόνα όμως που κατέχει ο καθένας μας ξεχωριστά, και που είναι προϊόν της δικής του επαφής με τον οικολογικό χώρο, θα βοηθήσει σε μια μεγαλύτερη κατανόηση του χώρου, των προ­βλημάτων του και της προοπτικής του. Οι συγγραφείς αυτών των κειμένων δεν περιμένουν με λιγότερη ανυπομονησία από όσους έχουν ήδη ενημερωθεί και ενδιαφερθεί γι’ αυτή την έκδοση, να διαβάσουν   τα   κείμενα   των   υπόλοιπων.

Τα   κινήματα

  Τα κινήματα πρωτοεκδηλώνονται εκεί όπου εμφανίζονται πιο έντονα τα προβλήματα. Κι εκεί που εμφανίζονται πιο έντονα είναι οι ανεπτυγμένες χώρες. Ακόμη και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του τρίτου κόσμου αντλούν το ιδεολογικό τους οπλοστάσιο από κινήματα που πρωτοεμφανίστηκαν σε ανεπτυγμένες χώρες (εθνικισμός, σοσιαλισμός). Τέτοια κινήματα είναι το σοσιαλιστικό, το συνδικαλιστικό, το φεμινιστικό, το κίνημα ειρήνης, το κίνημα προστασίας του καταναλωτή, το αντιπυρηνικό κίνημα, το οικολογικό κίνημα  και  αρκετά άλλα.  Από αυτά τα  κινήματα μόνο το σοσιαλι
160) στικό και το οικολογικό κίνημα έχουν σαν στόχο μια συνολική παρέμβαση στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή ενός τόπου. Οι κατά τόπους εκδοχές τους κατεβαίνουν (ή έχουν σαν στόχο να κατέβουν) στις εκλογές, ή εν πάση περιπτώσει προσπαθούν να αναλάβουν ευθύνες διακυβέρνησης σε εθνικό ή σε περιφερειακό επίπεδο. Τα υπόλοιπα κινήματα που εστιάζονται σε επιμέρους προβλήματα, δέχονται την υποστήριξή τους, διατηρούν όμως την αυτονομία τους και την ανεξαρτησία τους. Εξαίρεση αποτελεί το συνδικαλιστικό κίνημα, που αποτελεί πάντα χώρο πάλης των πολιτικών παρατάξεων.
  Στην Ελλάδα τα κόμματα φτιάχνουν κατ’ απομίμηση μετωπικούς φορείς (οργανώσεις ειρήνης, γυναικών κ.λπ.) που στερούνται μαζικότητας, και ο λόγος είναι βέβαια ότι δεν  φτιάχτηκαν με λαϊκή πρωτοβουλία, αλλά σε κομματικά γραφεία.

Το   σοσιαλιστικό   κίνημα

  Το σοσιαλιστικό κίνημα της Β' Διεθνούς, στον αιώνα που ακολούθησε άνοιξε σαν βεντάλια προς τα αριστερά και τα δεξιά. Ήδη στις αρχές του αιώνα η ρώσικη σοσιαλδημοκρατία διασπά­στηκε σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους. Με την Οκτωβριανή επανά­σταση η ρήξη επισημοποιήθηκε και διεθνώς. Στο εξής τα συμφέροντα της εργατικής τάξης εκπροσωπούνται από τους κομμουνιστές και τους σοσιαλιστές. Όμως, κατά τους τροτσκιστές, και οι δύο πρόδωσαν την εργατική τάξη, ενώ αργότερα τη λύση από το αδιέξοδο του σοσιαλιστικού κινήματος την πρόσφερε ο Μάο Τσε Τουγκ, για να αναφέρουμε μόνο τις τέσσερις σημαντικότερες απολήξεις του, και που κάθε μια τους διατηρεί για τον εαυτό της το αλάθητο της θεωρίας και της πρακτικής. Το σοσιαλιστικό παρακλάδι (μαζί με τη δεξιότερη εκδοχή του, τη σοσιαλδημοκρατία) προσφέρει το άλλοθι σ’ ένα νεοκαπιταλισμό που είναι μεν εκμεταλλευτικός, αλλά που σε ανεπτυγμένες χώρες (π.χ. Σουηδία) μπορεί να ικανοποιεί βιοτικές ανάγκες που ήταν πάντα στόχος του σοσιαλιστικού κινήματος Το κομμουνιστικό κίνημα, περισσότερο ή λιγότερο ορθόδοξο, χάνει σε δύναμη για διάφορους λόγους, ένας από τους οποίους είναι το ότι το σταλινικό προηγούμενο δημιουργεί καχυποψία απέναντι στα κομμου­νιστικά κόμματα, κι ένας άλλος το ότι η σύγχρονη ρώσικη πραγμα­τικότητα, της γραφειοκρατίας, της ανελευθερίας και της οικονομικής δυσπραγίας δεν πείθει σαν μεταβατικό στάδιο για την πραγμάτωση της κοινωνικής εκείνης ευημερίας και δικαιοσύνης που επαγγέλλεται ο κομμουνισμός.
  Οι τροτσκιστές και οι μαοϊκοί δικαιώνουν την ύπαρξη τους από την αποτυχία των δύο πρώτων, κι ενώ οι μαοϊκοί αντλούν την ύπαρξη τους από την προστάτιδα και εμπνέουσα δύναμη, την Κίνα, οι τροτσκιστές φαίνεται να αποτελούν απλώς ένα αδρανειακό (σελ. 161)
φαινόμενο επιβίωσης που είναι ζήτημα χρόνου να εκλείψει.

Γιατί αυτή η αναφορά στο σοσιαλιστικό κίνημα

  Αναφερθήκαμε στο σοσιαλιστικό κίνημα για τους εξής λόγους: πρώτον, αποτελεί τον μεγάλο ανταγωνιστή του οικολογικού κινήματος. Και τα δυο επαγγέλλονται μια κοινωνία διαφορετική από αυτή που ζούμε, έστω κι αν σε σημαντικά σημεία την εννοούν διαφορετικά. Δεύτερο, ένας μεγάλος αριθμός οικολόγων προέρχεται από την αριστερά. Τρίτον, γιατί θα πρέπει να επωφεληθεί το οικολογικό κίνημα από τις εμπειρίες του και να διδαχθεί από τα λάθη του, μια και αποτελεί τη φυσική του συνέχεια. Ένας τέταρτος λόγος είναι ότι η ιστορία της εξάπλωσής του μοιάζει αρκετά με την εξάπλωση του οικολογικού κινήματος, και αποτελεί μια πλευρά του που εμάς τους Έλληνες μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα (ένας πέμπτος λόγος είναι το ότι ο ίδιος προέρχομαι από την αριστερά, και πιο συγκεκριμένα τη Νέα Αριστερά, και αυτός είναι ο λόγος που χρησιμοποιώ, υπερβολικά ίσως, ένα  αριστερό  λεξιλόγιο).
  Ο σοσιαλισμός υπήρξε εξαγόμενος, και κυρίως η μαρξιστική εκδοχή του με τις αιρέσεις της. Βέβαια, η εξαγωγή αυτή έγινε πιο επιτυχημένα σε χώρες όπου υπήρχε πρόσφορο έδαφος. Κατά παρόμοιο τρόπο και το οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα είναι εισα­γόμενο, και το αν θα αναπτυχθεί και πόσο, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το πόσο είναι πρόσφορο το έδαφος και κατάλληλες οι συνθήκες.
  Το πρόσφορο του εδάφους θα το ανιχνεύσουμε στους εξής παράγοντες: α) οικολογικούς, β) οικονομικούς, γ) κοινωνικούς δ)  πολιτικούς, και ε)  οργανωτικούς.

Οικολογικά

  Είναι άραγε τα οικολογικά προβλήματα στην Ελλάδα τόσο οξυμένα ώστε να διευκολύνουν την οικολογική συνειδητοποίηση;
  Υπάρχουν περιβαλλοντικά προβλήματα που ασκούν πράγματι μια πίεση, όπως είναι στην Αθήνα η μόλυνση της ατμόσφαιρας και το κυκλοφοριακό. Βέβαια η φύση των σημαντικότερων οικολογικών προβλημάτων είναι διεθνής, όπως είναι η εξάντληση των πρώτων υλών και των ενεργειακών πηγών, η υποβάθμιση της διατροφής λόγω της μηχανοποίησης της γεωργίας και της βιομηχανικής επεξεργασίας των τροφίμων, η ρύπανση των υδάτων και της ατμόσφαιρας (όξινη βροχή) κ.λπ., που ασκούν όμως μόνο μια έμμεση πίεση πάνω μας. Κάποιες φορές βέβαια η πίεση γίνεται δραματικά άμεση, μόνο όμως όταν  πάρει τις διαστάσεις ενός Τσερνομπίλ.

Οικονομικά

  Μιλήσαμε για άμεση και έμμεση πίεση, γιατί η φύση των (σελ. 162) οικολογικών προβλημάτων σε σχέση με τα προβλήματα με τα οποία ασχολείται κατά παράδοση η αριστερά είναι κυρίως έμμεσα. Τα προβλήματα που πάντα απασχολούσαν την αριστερά ήταν η πείνα, οι χαμηλοί μισθοί και η ανεργία, που πράγματι είναι προβλήματα που μας πλήττουν πιο άμεσα όταν μας πλήττουν. Όμως ένας από τους λόγους που η Αριστερά έχασε τη δύναμή της στις ανεπτυγμένες χώρες είναι ότι η πείνα έχει εξαλειφθεί, οι μισθοί δεν είναι και τόσο χαμηλοί, οι συνθήκες εργασίας βελτιώνονται (είναι χαρακτηριστικό το πόσο έχουν διαφοροποιηθεί σήμερα τα συνδικαλιστικά αιτήματα σε σχέση με τριάντα μόλις χρόνια πριν) και αν και το πρόβλημα της ανεργίας παραμένει οξύ, τα διάφορα επιδόματα κ.λπ. κάνουν την κατάσταση πιο υποφερτή για τους άνεργους σήμερα από ό,τι παλιά.
  Η Ελλάδα όμως δεν είναι ανεπτυγμένη χώρα, και αν και δεν μπορούμε να πούμε ότι πεινάμε, το βιοτικό μας επίπεδο είναι αρκετά χαμηλό, και μετά τα τελευταία μέτρα της κυβέρνησης, θα χαμηλώσει ακόμη περισσότερο. Έτσι το πρόβλημα του νέφους (μετά μάλιστα από κάποια μέτρα που πάρθηκαν) έχασε την επικαιρότητα του, ενώ έγινε πιο οξυμένο το πρόβλημα της ΑΤΑ.

Κοινωνικά

  Όμως δεν είναι τα άμεσα προβλήματα εκείνα που κινητοποιούν και επαναστατικοποιούν το λαό, αλλά τα πιο οξυμένα. Και τα πιο οξυμένα τείνουν σήμερα να είναι τα έμμεσα και όχι τα άμεσα, όχι εκείνα που αφορούν την επιβίωση αλλά τη δια­βίωση μας, όχι εκείνα που αφορούν το στομάχι μας αλλά τη συνεί­δηση μας, όχι εκείνα που αναφέρονται στην ποσότητα της κατανά­λωσης αλλά στην ποιότητα της ζωής μας. Η εκμετάλλευση σήμερα τείνει να ξεχαστεί, όταν ο εκμεταλλευτής μπορεί και καλοταΐζει. Όμως ο εκμεταλλευτής που δίνει το υψηλό μεροκάματο και που μας επιτρέπει να αγοράζουμε το IX και το βίντεο, εκμεταλλεύεται το περιβάλλον που ζούμε μολύνοντας τον αέρα που αναπνέουμε και το νερό που πίνουμε. Αυξάνονται τα αντικείμενα κατανάλωσης, όμως αυξάνονται και οι καρκίνοι. Τα κρούσματα έχουν τριακονταπλασιαστεί από τις αρχές του αιώνα, και σήμερα ένας στους τέσσερις πεθαίνει από αυτόν. Όμως φαίνεται να αντιμετωπίζουμε την κατάσταση με την ίδια μοιρολατρία που αντιμετώπιζε παλιά ο εργάτης την εκμετάλλευση   της  δουλειάς  του.
  Παρόλο που η εκμετάλλευση της εργασίας είναι τόσο φανερή, οι σοσιαλιστές χρειάστηκε να κάνουν τεράστια προπαγαν­διστική δουλειά για να αφυπνίσουν τους εργαζόμενους και να τους οργανώσουν στο κίνημα. Αν λοιπόν η προπαγάνδιση των ιδεών ήταν τόσο αναγκαία για το σοσιαλιστικό κίνημα, πολύ περισσότερο είναι για (σελ. 163) το οικολογικό. Ίσως αυτό να είναι το πρώτο καθήκον του οικολογικού κινήματος στη χώρα μας σήμερα (βέβαια, αν η προπαγάνδα είναι η μια πλευρά του κινήματος, η άλλη είναι η δράση. Δεν μαθαίνουμε ακούγοντας ή διαβάζοντας αλλά ενεργώντας. Χωρίς δράση η προπαγάνδα κινδυνεύει να πέσει στο κενό, αυτό το θεωρούμε αυτονόητο).

Πολιτικά

  Γιατί αναπτύχθηκε το οικολογικό κίνημα περισσότερο στη Γερμανία παρά στη Γαλλία, παρόλο που εκεί εμφανίστηκε με περισσότερες υποσχέσεις;
  Θα ριψοκινδυνεύσουμε μια απάντηση και ας είμαστε υπεραπλουστευτικοί: γιατί στη Γαλλία την «οικολογική φωλεά» την είχαν καταλάβει οι κομμουνιστές και οι σοσιαλιστές (που όντας αντι­πολίτευση τη δεκαετία του ’70 ήταν αρκετά ριζοσπαστικοί) ενώ στη Γερμανία μετά την αποτυχία του ένοπλου αγώνα της ΡΑΦ να ξε­σηκώσει τις μάζες, και με τη σοσιαλδημοκρατία στην εξουσία, δηλαδή συντηρητικοποιημένη, ο χώρος έμεινε κενός και ήρθαν και τον κατέλαβαν φυσιολογικά οι πράσινοι.
  Το 70% του στελεχικού τους δυναμικού είναι νέοι κάτω των τριάντα χρόνων. Όλα τα κινήματα στην ιστορία ξεκίνησαν και στελεχώθηκαν από νέους ανθρώπους. Η κοινωνική πρωτοπορία στα μεταπολεμικά χρόνια είναι οι φοιτητές. Αποτελούν την εμπροσθο­φυλακή σ’ ένα πολιτικό αγώνα, όπου όμως το κύριο σώμα δεν ακολουθεί. Είναι αδύνατο να κάνουν μόνοι τους την επανάσταση, είναι όμως ανεκτίμητοι σαν καταλύτες. Στη Γερμανία αυτός ο κατα­λύτης φάνηκε ότι μπόρεσε να λειτουργήσει.
  Τα κινήματα, όπως και τόσα φαινόμενα στη φύση, έχουν μια περιοδικότητα. Την έξαρση ακολουθεί η καθίζηση, την ουτοπική αισιοδοξία η απογοήτευση. Την απογοήτευση αυτή τη νιώσαμε όλοι οι νεολαίοι της αντιδικτατορικής γενιάς. Τα σοσιαλιστικά επανα­στατικά οράματα προδόθηκαν την επομένη της πτώσης της δικτα­τορίας. Οι καινούργιοι νεολαίοι, ξαναμμένοι, δοκίμασαν να διατηρή­σουν τη φλόγα του ενθουσιασμού τους εμπνεόμενοι από όλο και πιο αριστερά, από τον αναρχισμό και την αυτονομία. Έφυγαν από τα πανεπιστήμια και πήγαν στα Εξάρχεια, έγιναν η μειοψηφία της μειοψηφίας, για να σβήσουν όχι από τα ΜΑΤ και τις κλούβες, αλλά από τη συνειδητοποίηση του αδιέξοδου   του αγώνα  τους.
  Το φοιτητικό και γενικά το νεολαιίστικο κίνημα βρίσκεται σε ύφεση τα τελευταία χρόνια. Όμως οι σπίθες μιας νέας έξαρσης είναι ορατές.
  Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ανώτατες σχολές υπήρχαν μόνο σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και Γιάννενα. Τώρα σχεδόν κάθε μικρόπολη έχει μιαν ανώτατη σχολή. Υπάρχουν  νεολαίοι με (σελ. 164) ενδιαφέροντα και δυναμισμό που δεν παγιδεύτηκαν από τις φιέστες και τα φεστιβάλ των κομμάτων (που η συγκεντρωτική φύση τους κάνει αδύνατο τον απόηχό τους πέρα από την πρωτεύουσα, ή το πολύ στην συμπρωτεύουσα) και που αρχίζουν να προσανατολίζονται στις νέες ιδέες, γιατί μόνο μέσω αυτών νιώθουν ότι μπορούν να διοχετεύσουν τον δυναμισμό που διαθέτουν σε μια δημιουργική κοινωνική πράξη. Στο Κέντρο Οικολογικής Πληροφόρησης παίρναμε γράμματα από τις πιο απίθανες γωνιές της Ελλάδας.
  Έτσι ξεκίνησε και το σοσιαλιστικό κίνημα. Οι σοσιαλιστές προϋπήρχαν των σοσιαλιστικών κομμάτων. Στην αυταρχική τσαρική Ρωσία η περίπτωση ήταν πιο χαρακτηριστική.
  Σοσιαλιστικές ομάδες υπήρχαν σε διάφορες πόλεις, και το κόμμα ήρθε απλώς να τις οργανώσει. Δεν ήρθαν οι κομματικοί ιεροκήρυκες να προσηλυτίσουν τους πιστούς, όπως κάνουν τα κόμματα σήμερα.
  Το ίδιο έγινε και με τους Πράσινους στη Γερμανία. Το κόμμα των Πράσινων ξεφύτρωσε σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας πληθώρας οικολογικών πρωτοβουλιών.
  Το ίδιο γίνεται και στην Ελλάδα. Παρόλα τα προβλήματα που (σελ. 165) υπάρχουν, οι προοπτικές είναι αισιόδοξες. Τα οικολογικά προβλήματα οξύνονται και περνάνε πια καθημερινά στον τύπο, με αποτέλεσμα να ευαισθητοποιείται όλο και περισσότερος κόσμος, οι πρωτοβουλίες πληθαίνουν, και αργά ή γρήγορα θα βρεθούν τα αναγκαία οργανωτικά σχήματα που θα τις συντονίσουν, για τα οποία όμως θεωρούμε πρόωρο να κάνουμε εικασίες.
  Μένει τώρα το πρόβλημα της «οικολογικής φωλεάς», αν δηλαδή θα υπάρξει κενός πολιτικός χώρος όπως υπήρξε στη Γερμανία.
  Με το ΠΑΣΟΚ τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα. Το ορθόδοξο και ετερόφωτο ΚΚΕ προβάλλει μόνο τα προβλήματα που «αντανακλά»- όχι από την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά από τη Μόσχα. Για το νέο φορέα της Αριστεράς θεωρούμε πρόωρο να κάνουμε εικασίες, ίσως αυτός να είναι πιο συμπιεσμένος από ό,τι οι οικολόγοι, εξ ου και τα οικολογικά του ανοίγματα. Έτσι κι από αυτή τη μεριά τα πράγματα είναι αισιόδοξα.

Μια   σύγκριση

  Η κομμουνιστική επανάσταση δεν έγινε στην Αγγλία ή τη Γερμανία, με την πολυάριθμη εργατική τάξη και την ανεπτυγμένη βιομηχανία, όπως πρόβλεπε η μαρξιστική θεωρία, αλλά στη Ρωσία, όπου η ολιγάριθμη εργατική της τάξη συνειδητοποιήθηκε πιο ριζο­σπαστικά, καθώς αντιμετώπιζε διπλά προβλήματα, τα τυπικά μιας βιομηχανικής κοινωνίας, αλλά και προβλήματα εξαιτίας της φεου­δαρχικής καθυστέρησης της χώρας· υφίστατο δηλαδή διπλή κατα­πίεση.
  Κατά παρόμοιο τρόπο, βλέπουμε μελλοντικά στην Ελλάδα να οξύνονται τα οικολογικά προβλήματα, ενώ τα κλασικά προβλήματα μιας καθυστερημένης βιομηχανικά χώρας (π.χ. ύψος αποδοχών) δεν διαβλέπεται να λυθούν. Έτσι οι έλληνες θα συνειδητοποιηθούν οικολογικά περισσότερο από τους ευρωπαίους εταίρους μας, και η συνειδητοποίηση αυτή θα πάρει πιο ριζοσπαστικό χαρακτήρα, γιατί θα υφίστανται διπλή πίεση, όπως οι ρώσοι στις αρχές του αιώνα μας, αρκεί ο υποκειμενικός παράγοντας, δηλαδή το οικολογικό κίνημα, να μην κάνει σοβαρά λάθη και να εκμεταλλευτεί σωστά τις καταστάσεις και τις  ευκαιρίες που θα του παρουσιαστούν.

  Η  προπαγάνδιση  των  οικολογικών  ιδεών
                                                                                                                                                                            
  Μιλήσαμε και πριν για τη σημασία που έχει η προπαγάνδιση των οικολογικών ιδεών σ’ αυτή την πρώτη φάση ανάπτυξης του οικο­λογικού κινήματος στη χώρα μας. Υπάρχουν και ειδικοί λόγοι γι αυτό. Ενώ ο σοσιαλισμός ήταν πάντα ανταγωνιστικός προς τον καπιταλισμό (παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος αξιοποίησε κάποιες ιδέες του, με τον προγραμματισμό στην παραγωγή και τις εθνικο­ποιήσεις), δεν συμβαίνει το ίδιο και με την οικολογία. Βασικές αρχές (σελ. 166) της οικολογίας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο το βιομηχανικό κατεστημένο (π.χ. Λέσχη της Ρώμης). Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η κατασπατάληση των πρώτων υλών και η εξάντληση των ενεργειακών πηγών βαίνουν μακροπρόθεσμα σε βάρος του συστήματος. Έτσι το κράτος για παράδειγμα, σαν εκφραστής των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του καπιταλιστικού συστήματος, συνιστά οικονομία στην ενέργεια, προωθεί την ανακύκλωση και επιβάλλει μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος, έστω κι αν έρχεται σε αντίθεση με ορισμένες βιομηχανίες. Γι αυτό προπαγανδίζει σχετικές αντιλήψεις, απαλείφοντας όμως τη ριζοσπαστική τους αιχμή.
  Από τότε που η οικολογία από επιστημονική πήρε και πολιτική σημασία, οι σχετικές αντιλήψεις συγκεντρώθηκαν κάτω από την πιο ανώδυνη προμετωπίδα του περιβαλλοντισμού. Έτος περιβάλλοντος έχουμε φέτος στην Ευρώπη, στα δημοτικά και στα γυμνάσια υ­πάρχουν προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, ενώ το σχετι­κό εγχειρίδιο που διδάσκεται στα πολυκλαδικά λύκεια ονομάζεται οικολογία και περιβάλλον. Ίσως να μετάνιωσαν κιόλας που δεν το ονόμασαν περιβάλλον και οικολογία, ή περιβάλλον σκέτο. Έτσι κι αλλιώς η λέξη «περιβάλλον» παραπέμπει στον επιστημονικό και όχι στον  πολιτικό  ορισμό  της  οικολογίας.
  Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη το οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα να δώσει τη ριζοσπαστική προοπτική στην επίσημη περι­βαλλοντική διαπαιδαγώγηση. Την ανώδυνη περιβαλλοντική συνείδη­ση που προσπαθεί να διαμορφώσει το κράτος στον πολίτη να την προωθήσει σε ριζοσπαστική οικολογική, και να αποκαλύπτει συνεχώς την εγγενή αντίφαση του συστήματος, που από τη μια είναι υπο­χρεωμένο να προστατεύει το περιβάλλον και από την άλλη δεν μπορεί να διατηρηθεί παρά μόνο παραβιάζοντάς  το.

Το  οργανωτικό

  Ένα σοβαρό πρόβλημα του οικολογικού κινήματος, όπως και κάθε κινήματος, είναι το οργανωτικό του. Η αντιιεραρχική, απο­κεντρωτική μορφή του φάνηκε να πηγάζει από τη μια σαν αντίθεση στον συγκεντρωτισμό των αριστερών κομμάτων, και από την άλλη από μια νέα αίσθηση αξιοπρέπειας του μέλους που αρνείται να θεωρήσει τον εαυτό του απλό εντολοδόχο και εκτελεστικό όργανο. Τη δημοκρατία που ζητάμε στην κοινωνία πρέπει να την εφαρμό­σουμε και μέσα στην οργάνωση. Εξάλλου, είτε σαν αιτία είτε σαν αποτέλεσμα, η διαπίδυση ανάμεσα σε αυτόνομους-αναρχικούς και στους  οικολόγους  είναι  γεγονός.
  Το οργανωτικό πρόβλημα δεν το αντιμετωπίζουμε προς το παρόν σε δευτεροβάθμιο, συντονιστικό επίπεδο, αλλά σε πρωτο­βάθμιο, σε επίπεδο ομάδων και πρωτοβουλιών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι λιγότερο σημαντικό. Οι εμπειρίες οι δικές μου είναι (σελ. 167) από οργάνωση με συγκεντρωτική δομή, και από οργάνωση από όπου απουσιάζει μια οποιαδήποτε δομή.
  Τα αρνητικά του συγκεντρωτισμού είναι γνωστά στην ιστορία, και τα έχουν υποστεί κυρίως τα ΚΚ. Ίσως όμως από αντίδραση οδηγηθήκαμε στο άλλο άκρο, που κι αυτό έχει τα αρνητικά του. Ο Μάρσαλ Κόλμαν τιτλοφορεί ένα κεφάλαιο του βιβλίου του «Πολιτική και προσωπική ζωή», «Η τυραννία της έλλειψης δομής», που είναι και τίτλος βιβλίου της Τζο Φρήμαν, στην οποία αναφέρεται. Μιλάει για τη ζεστασιά που υπάρχει σε ορισμένες ομάδες, κυρίως φεμινιστικές, από όπου απουσιάζει οποιαδήποτε δομή, επισημαίνοντας όμως ότι «Η ζεστασιά από μόνη της χωρίς κάποια δόμηση της κοινωνικότητας δεν αρκεί κι έχει τους δικούς της κινδύνους». Πιο κάτω λέει ότι «Η τυραννία της απουσίας δομής υποδεικνύει ότι μια κάποια δομή είναι αναγκαία στις δημοκρατικές οργανώσεις. Περισσότερη ανεπισημότητα από ό,τι πρέπει οδηγεί σε μη δημοκρατικές πρακτικές και στην εμφάνιση των ελίτ. Δυσκολεύει τη συμμετοχή νέων ανθρώπων».
  Ο γερμανός ηθολόγος Κόνραντ Λόρεντς μιλάει για το νόμο του εκκρεμούς. Η αντίδραση σε μια κατάσταση οδηγεί στο άλλο άκρο. Αργότερα βέβαια αποκρυσταλλώνεται ένας μέσος όρος. Εμείς βρι­σκόμαστε  σήμερα σ’ αυτό το άλλο άκρο.
  Η έλλειψη δομής στις οικολογικές ομάδες και πρωτοβουλίες εκφράζεται με το παρεΐστικο στιλ, που εν μέρει οφείλεται και στο ότι είναι ολιγάριθμες. Αυτό μπορεί να βοηθήσει την οργάνωση σε μια πρώτη φάση ενισχύοντας τους συνεκτικούς δεσμούς των μελών, αργότερα όμως μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά και να απο­τελέσει εμπόδιο στη δράση. Γι’ αυτό πιστεύω ότι οι ομάδες αυτές, στο βαθμό που αναπτύσσεται η δράση τους, πρέπει να αποκρυ­σταλλώνουν και κάποιες οργανωτικές αρχές, που δεν θα συνεπάγονται βέβαια ιεραρχικές δομές, αλλά οπωσδήποτε όμως κάποιους κανόνες λειτουργίας. Κι αυτό για να αντιμετωπίζονται οι τυχόν διαφωνίες που αναπόφευκτα θα προκύπτουν, γιατί αυτές οι δια­φωνίες, αν δεν αντιμετωπιστούν οργανωτικά, μπορεί να αποτελέσουν μεγάλο παράγοντα τριβής. Η τάση για συναίνεση μπορεί να κατα­λήξει μέχρι και σε βέτο των διαφωνούντων, ενώ αν η διαφωνία τους δεν εκφραστεί οργανωτικά αλλά αγνοηθεί από την πλειοψηφία μπορεί να δημιουργήσει δυσαρέσκειες, μεμψιμοιρίες, και βέβαια αποχωρήσεις. Δεν υποστηρίζουμε εκτενή καταστατικά και εξονυχι­στικούς κανόνες λειτουργίας, όμως κάποιες βασικές λειτουργικές αρχές θα πρέπει να διατυπώνονται.
  Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι οικολογικές ορ­γανώσεις είναι μια ορισμένη δυσπιστία που επικρατεί μεταξύ τους. Όσοι κινούνται στο χώρο το ξέρουν. Αυτό όμως δυσκολεύει την ανάληψη συλλογικών πρωτοβουλιών. Νομίζω ότι θα πρέπει να γίνεται   μια   συνειδητή ανοχή από όλες τις πλευρές. Αλλιώς θα (σελ. 168) οδηγηθούμε στο ναρκισσισμό της αυτοϊκανοποίησης ότι εμείς κάνουμε τη δουλειά μας, όμως το οικολογικό κίνημα δεν διευκολύνεται έτσι να προχωρήσει.

Τα χαρακτηριστικά του οικολόγου

  Ένα ακόμη ζήτημα είναι η προσωπικότητα του οικολόγου. Πώς πρέπει να είναι ο οικολόγος για να τον δεχτεί η μέση συνείδηση στην οποία φιλοδοξεί να επιδράσει;
  Θέτουμε αυτό το ερώτημα γιατί η Αριστερά έχει κατά καιρούς υποφέρει από το γεγονός ότι την εκπροσωπούσαν άτομα που ενέπνεαν μια δυσπιστία στον μέσο άνθρωπο. Για τη μέση συνείδηση, για παράδειγμα, δεν συμβιβάζεται να είναι κανείς πλούσιος και αριστερός, και μάλιστα εργοδότης.
  Η δεξιά δεν έχει τέτοια προβλήματα. Αρκεί τα στελέχη της να πληρούνε κάποιους στοιχειώδεις ηθικούς κανόνες, κι αυτό είναι αρκετό (κυρίως να μην κλέβουν το δημόσιο χρήμα και να μη ρουσφετολογούν). Ο αριστερός όμως ήταν ύποπτος και μόνο από το γεγονός ότι είχε κάποια οικονομική άνεση. (Του Μίκη Θεοδωράκη, για παράδειγμα, πολλοί δεν του συγχωρούν το γεγονός ότι είναι πλούσιος).
  Για τον οικολόγο τι θα βρίσκανε τάχα να πούνε; Περισσότερα ίσως από ό,τι για τον αριστερό. Ο οικολόγος που μιλάει για τη ρύπανση της ατμόσφαιρας κι όμως καπνίζει. Ο οικολόγος που μιλάει για το ενεργειακό πρόβλημα και τις αφόρητες κυκλοφοριακές συνθήκες της πόλης, κι όμως έχει το δικό του IX, κ.λπ., κ.λπ.
  Σε όλες τις κατηγορίες αυτές θα μπορούσε ίσως να βρεθεί ένας αντίλογος. Το τσιγάρο για παράδειγμα προσφέρει και μια ευχαρί­στηση, το νέφος καμιά. Το IX το έχουμε γιατί οι αστικές συγκοι­νωνίες δεν μας εξυπηρετούν, αλλά αν βελτιωθούν θα το εγκατα­λείψουμε  κ.ά.
  Πέρα όμως από αυτές τις κατηγορίες που μπορεί να προσάψουν στους οικολόγους και που λειτουργούν σε ένα λαϊκίστικο και δημαγωγικό επίπεδο, υπάρχει κι ένα ζήτημα ουσίας. Η συνέπεια με τις αρχές δείχνει ότι πιστεύεις στους στόχους για τους οποίους παλεύεις. Γιατί αλλιώς ο οικολογικός χώρος, όπως και κάθε πολιτικός χώρος άλλωστε, δεν θα φαίνεται παρά σαν ο στίβος προβολής κάποιων ατόμων που επιδιώκουν την κοινωνική καταξίωση και προβολή, τα χειροκροτήματα, τα πόστα και τους θώκους, που κατά περίπτωση μπορούν να τα εξαργυρώσουν με χρηματικές αμοιβές ή άλλες υλικές απολαβές.
  Φυσικά μπορεί να μην είναι μόνο αυτά (ή κυρίως αυτά) τα κίνητρα. Μπορεί να είναι η αγάπη της δράσης, ή ακόμη, στην πιο αγνή περίπτωση, η διάθεση μιας ιεραποστολικής αυταπάρνησης και αυτοθυσίας, να προσφέρεις τον εαυτό σου και τις δυνάμεις σου για (σελ. 169) το γενικό καλό. Όμως και πάλι, είναι αυτό αρκετό;
  Προσωπικά, θα μπορούσα να διατυπώσω την προκλητική αντίληψη ότι εμένα δεν με ενδιαφέρει το οικολογικό κίνημα σαν τέτοιο, με ενδιαφέρει να ζήσει ο κόσμος οικολογικά. Συμπληρώνω όμως: για να ζήσει κάποτε ο κόσμος οικολογικά, υπάρχει μια προϋπόθεση, η ανάπτυξη του οικολογικού κινήματος. Και για να αναπτυχθεί αυτό το κίνημα, μια από τις προϋποθέσεις είναι να έχουν τα μέλη του κάποια χαρακτηριστικά. Χωρίς να πιστεύω ότι ανήκω στο «νέο ιερατείο των πραγματικών οικολόγων» και χωρίς να θεωρώ τον εαυτό μου «αυτοεπιφορτισμένο με τη θεραπεία μιας νέας θρησκείας», διεκδικώντας απλώς το δικαίωμα να πω τη γνώμη μου, θα διατυπώσω την αντίληψή μου για το πώς θεωρώ ότι πρέπει να είναι ο οικολόγος.
  Για μένα, σωστός οικολόγος είναι αυτός που δεν καπνίζει, που πίνει μέτρια, που προσέχει γενικά τη δίαιτά του, που ενδιαφέρεται για την υγεία του, όχι σαν υποχονδριακός, δοκιμάζοντας ό,τι φάρμακο βρει, αλλά περισσότερο ασκώντας προληπτική υγιεινή, στα πλαίσια της οποίας είναι και η ενασχόληση με τον αθλητισμό. Φροντίζει ακόμη για την καλή ψυχολογική του κατάσταση, τον ενδιαφέρει η τέχνη και ο πολιτισμός, τον ενδιαφέρει η μάθηση, και γενικά προσπαθεί να ολοκληρώσει την προσωπικότητά του. Και επειδή δεν είναι ατομι­στής, θέλει και οι άλλοι άνθρωποι να γίνουν σαν κι αυτόν, και γι’ αυτό αγωνίζεται στο οικολογικό κίνημα, για την προστασία του περιβάλλοντος, για την ειρήνη, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την άρση της εκμετάλλευσης και την εξάλειψη της δυστυχίας στον κόσμο.
  Θα μπορούσαν να προστεθούν κι άλλα, όμως εδώ απλώς θέλω να θίξω ότι το ποια χαρακτηριστικά θα πρέπει να έχει ο οικολόγος δεν είναι κάτι που πρέπει να αφήσει αδιάφορο το οικολογικό κίνημα. Όχι για να διατυπώσει τις κατηγορικές προσταγές του, αλλά για να δοθούν κάποιες κατευθύνσεις στα μέλη (με κανένα τρόπο δεσμευτικές για τη συμμετοχή τους), για να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα η δράση τους.
  Αν ασχολείται κανείς με την πολιτική επειδή τη βλέπει σαν τον πιο πρόσφορο χώρο για πολιτική καριέρα, αύριο θα κάνει την απο­στασία του σ’ έναν άλλο χώρο που πιθανώς υπόσχεται περισσότερα. Είναι η κλασική περίπτωση με τους αστούς πολιτικούς. Αν ασχολεί­ται με την πολιτική γιατί του αρέσει η δράση και η καταξίωση στο στενό έστω περιβάλλον του, όταν το κόμμα του υφίσταται τις πρώτες ήττες και χάνει την αίγλη του, και ο ίδιος περνάει την πρώτη του νεότητα και όχι μόνο η διάθεση για δράση αλλά και οι δυνάμεις του αρχίζουν να τον εγκαταλείπουν, και επιπλέον έχει μια οικογένεια που τον απορροφά, τότε γυρνάει στο σπιτάκι του και στο εξής περιορί­ζεται να μιλάει με αυταρέσκεια για την περίοδο της επαναστατη­μένης του νιότης. Είναι η κλασική περίπτωση των αριστερών. Αν πάλι (σελ. 170) είναι δοσμένος στον αγώνα απλώς και μόνο από μια ιεραποστολική διάθεση προσφοράς για το κοινό καλό... δεν θα πω αυτή τη φορά ότι θα βρει καταφύγιο σε μια θρησκεία και θα γίνει.. .ιεραπόστολος, αν αποθαρρυνθεί η διάθεσή του και φρακαριστεί η δράση του. Απλώς θα ρωτήσω: ξέρετε πολλούς τέτοιους να μου δείξετε;
  Στην πραγματικότητα τα κίνητρα που οδηγούν κάποιο άτομο στην πολιτική δράση είναι ένα κράμα από όλα τα παραπάνω. Όμως το πρόβλημα της μόνιμης στράτευσης στο κίνημα παραμένει, και καμιά ιδανική αναλογία των παραπάνω παραγόντων δεν πρόκειται να το λύσει, αν λείπει η βάση που αναφέραμε πιο πριν, η οικολογική συνείδηση στην καθημερινή μας ζωή, τα σωστά χαρακτηριστικά του οικολόγου. Αν είμαστε οικολόγοι στη ζωή μας, τότε θα είμαστε και στο οικολογικό κίνημα, με περισσότερη ή λιγότερη προσφορά, σε όλη μας τη ζωή. Και όσο μικρή και αν είναι η δράση του καθενός ατομικά, σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, συνολικά θα είναι περισσότερη από εκείνου που δίνεται ολοκληρωτικά στο κίνημα ένα φεγγάρι και μετά πάει σπιτάκι του, όπως γίνεται συνήθως στην παραδοσιακή Αριστερά.  Ακόμη, αν υπάρχει μόνο είσοδος στο κίνημα και καθόλου έξοδος (όσο σχηματικό και αν είναι αυτό), τότε το κίνημα όλο και θα δυναμώνει, και θα πετυχαίνει τους στόχους του όλο  και  περισσότερο.
  Κι αν δεν κάνουμε την «επανάσταση»; Πάλι κέρδος θα έχουμε. Όπως λέει και ο Ντάνυ (Κον Μπεντίτ) σε μια συζήτηση με τον Καστοριάδη «Το οικολογικό κίνημα μετασχηματίζει την κοινωνία, όπως το εργατικό κίνημα μετασχημάτισε την αστική κοινωνία, όταν κίνησε πόλεμο ενάντιά της». Έτσι κι αλλιώς θα βοηθήσει τη ζωή μας να  γίνει   καλύτερη.
Post a Comment