Book review, movie criticism

Saturday, August 30, 2008

Φ. Νοτοστογιέφσκι, Το υπόγειο

Γυρίσαμε προχθές, αλλά αναρτούμε σήμερα αυτό που γράψαμε στην Κρήτη. Από τα κρητικά γραψίματά μας μένει ο Ντοστογιέφσκι του Κωστή Παπαγιώργη. Μόλις τον ξανακοιτάξω θα τον αναρτήσω κι αυτόν.
Καλό Χειμώνα

Φ. Νοτοστογιέφσκι, Το υπόγειο, μετ. Γιώργη Σημηριώτη, Αθήνα χχ, εκδόσεις Σ. Δαρεμά.

Τον Ντοστογιέφσκι τον ανακάλυψα όταν ήμουν μαθητής δευτέρας γυμνασίου, και ήταν ο αγαπημένος μου συγγραφέας σε όλα τα γυμνασιακά μου χρόνια. Το πρώτο βιβλίο που διάβασα και με ενθουσίασε ήταν ο Ηλίθιος. Από τότε κάθε μέρα που σχόλαγα, αντί να ξεκινάω με το ποδήλατό μου για το χωριό μου (Κάτω Χωριό, επτά χιλιόμετρα βόρεια της Ιεράπετρας), κατέβαινα πρώτα στο βιβλιοπωλείο της κας Αεράκη, μιας μαυροντυμένης χήρας. Βρισκόταν στην άκρη της πλατείας, περίπου απέναντι από τα ουρητήρια που τα επιτηρούσε η κουτσο-Μαρία, με μόνιμη συντροφιά ένα γλάρο. Στη θέση αυτή είναι σήμερα το δημαρχείο.
Τα βιβλία έρχονταν στο βιβλιοπωλείο όπως έρχονται σήμερα τα περιοδικά στα περίπτερα. Κάθε εβδομάδα περίπου υπήρχε και καινούρια παραλαβή. Ήταν αραδιασμένα σε πάγκους. Έβλεπα λοιπόν τι καινούρια έρχονταν, και χάζευα τα παλιά, που κάποια θα ήθελα να μπορούσα να τα αγοράσω. Μόλις μάζευα δέκα δραχμές χαρτζιλίκι έτρεχα να αγοράσω ένα βιβλίο. Έτσι αγόρασα τα έργα του Σαίξπηρ, σε πεζή απόδοση. Για τον Ντοστογιέφσκι και για τον Νίτσε έπρεπε να περιμένω μέχρι το δεκάρικο να γίνει εικοσάρικο ή τριάντα δραχμές.
Ένα από τα βιβλία που αγόρασα τότε ήταν και το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι. Ήταν από τα πρώτα πρώτα, γιατί στο εξώφυλλο βλέπω γραμμένο τον αριθμό 3. Κάποια στιγμή άρχισα να τα γράφω σε κατάλογο, όχι ακριβώς με τη σειρά που τα είχα αγοράσει γιατί δεν θυμόμουνα, και στο εξώφυλλο έγραφα τον αριθμό που είχαν στον κατάλογο. Τον αριθμό 1, θυμάμαι, τον είχε η Πείνα του Κνουτ Χάμσουν.
Και ενώ ρούφηξα κυριολεκτικά τα υπόλοιπα βιβλία του Ντοστογιέφσκι (Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων, Δαιμονισμένοι, Έγκλημα και Τιμωρία και Αδελφοί Καραμάζωφ), στο Υπόγειο κόλλησα. Δεν πρέπει να διάβασα πάνω από τρεις σελίδες και το παράτησα. Το είχα όμως έγνοια να το διαβάσω κάποια στιγμή. Δόθηκε τώρα η ευκαιρία, γιατί διάβασα κάτι γι αυτό, νομίζω στο βιβλίο του Ερνέστο Σάμπαντο Ο συγγραφέας και η καταστροφή, που είναι η προ-προηγούμενη ανάρτηση στο blog μου. Πριν λίγες μέρες είχα διαβάσει και τον Παίχτη. Αποφάσισα λοιπόν να το διαβάσω.
Η νουβέλα αυτή χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος είναι ακριβώς 32 σελίδες. Το δεύτερο 64.
Η αφήγηση είναι εγκιβωτισμένη. Ο συγγραφέας ακολουθεί μια σύμβαση της εποχής, τη σύμβαση της εύρεσης χειρογράφων. Ένας ανώνυμος αφηγητής, στις δυο πρώτες σελίδες μας δίνει κάποια βιογραφικά στοιχεία του Ορντίνοφ, ενώ στη συνέχεια θα μας παραδώσει τα χειρόγραφά του που, όπως μας λέει, τα αγόρασε από τον υπηρέτη του μετά το θάνατό του.
Τώρα, σ’ αυτή την πρώτη ανάγνωση του έργου που θα έπρεπε να είχε γίνει πριν 45 χρόνια, κατάλαβα τι ήταν αυτό που δεν μου άρεσε και με έκανε να το παρατήσω αμέσως από την αρχή.
Το πρώτο μέρος είναι μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση με τα χαρακτηριστικά του εσωτερικού μονόλογου, παρόλο που υπάρχει ο αποδέκτης της αφήγησης, ο δυνητικός αναγνώστης. Ο Ορντίνοφ δεν αφηγείται σ’ αυτό μια ιστορία αλλά καταγράφει ένα χείμαρρο σκέψεων και αισθημάτων.
Αυτό ήταν που με ενόχλησε. Και με ενόχλησε και για δεύτερη φορά. Εγώ ήθελα να διαβάσω μια ιστορία, και όχι τις σκέψεις και τα αισθήματα ενός ανθρώπου. Διάβαζα πιέζοντας τον εαυτό μου και τον έπιανα συχνά να αφαιρείται. Ο δοκιμιακός χαρακτήρας που έχει ένα μεγάλο τμήμα με ξένιζε, όπως μας ξενίζει ένα δοκίμιο που δεν συμφωνούμε με τις ιδέες του. Και γιατί να με ενδιαφέρουν τα αισθήματα ενός ατόμου που ακόμη δεν το είδα να εμπλέκεται σε δράση;
Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν το πρώτο αυτό μέρος ήταν κατακερματισμένο μέσα στο δεύτερο. Τότε πραγματικά θα με ενδιέφερε η ανάγνωσή του, όπως μας ενδιαφέρει να διαβάζουμε για τις σκέψεις και τα αισθήματα ενός προσώπου που έχει εμπλακεί σε μια δράση με το συνακόλουθο σασπένς. Οι σκέψεις και τα αισθήματα ενός ήρωα μας ενδιαφέρουν γιατί φωτίζουν την προσωπικότητά του και ρίχνουν φως στις πράξεις του. Αυτό γίνεται σχεδόν σε κάθε μυθιστόρημα. Όμως αυτός ο χείμαρρος εξομολογήσεων των 32 σελίδων στην αρχή του έργου, και μόνο με την έκτασή του κουράζει.
Κουράζει τον απλό αναγνώστη, κι εγώ έχω τη συνήθεια να διαβάζω σαν απλός αναγνώστης. Ένας μελετητής που θέλει να γράψει μια μονογραφία για τον Ντοστογιέφσκι ή για το συγκεκριμένο έργο, θα το διαβάσει βέβαια με τη δέουσα προσήλωση. Όμως ο απλός αναγνώστης δεν έχει το δικό του ειδικό ενδιαφέρον, και όταν διαβάζει ένα μυθιστόρημα έχει την τάση να είναι ανυπόμονος.
Ο ήρωας ξεκινάει την αφήγησή του με έναν αυτοχαρακτηρισμό: «Είμαι άρρωστος… Είμαι κακός… Δεν είμαι διόλου ευχάριστος». Λίγο πιο κάτω μαθαίνουμε ότι είναι σαράντα χρονών. Κάπου προς το τέλος λέει «Θα νομίζετε ίσως, κύριοι, πως είμαι τρελός» (σελ. 33). Σίγουρα, αφού αυτή την εντύπωση θέλει ο Ντοστογιέφσκι να σχηματίσουμε για τον ήρωά του, εντύπωση που θα μας ενισχυθεί όταν διαβάσουμε παρακάτω: «αν πίστευα ο ίδιος και τόσο δα σε ό, τι έγραψα! Σας ορκίζομαι κύριοι, πως δεν πιστεύω ούτε σε μια, μα ούτε σε μια λέξη» (σελ. 37).
Έχει ειπωθεί ότι ο Ντοστογιέφσκι προλαβαίνει την ψυχανάλυση. Πριν λίγους μήνες, μιλώντας με τον Μανόλη τον Πρατικάκη, τον είδα να εκφράζεται με απερίγραπτο ενθουσιασμό για τη νουβέλα του «Ο σωσίας». Μου έλεγε ότι ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει με καταπληκτική ακρίβεια ένα ψυχωσικό σύμπτωμα, το σύμπτωμα του διπλού προσώπου. Τελικά σε κάποια λογοτεχνήματα ο επαρκής αναγνώστης δεν είναι ο απλά καλλιεργημένος αλλά ο ειδικός. Και ο Πρατικάκης, με την ιδιότητα του ψυχίατρου, είναι αρκετά ειδικός ώστε να εκτιμήσει αυτή τη νουβέλα στο βάθος της.
Να παραθέσω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την προτελευταία σελίδα.
«Στις αναμνήσεις κάθε ανθρώπου υπάρχουν πράγματα που δεν τα εμπιστεύεται σ’ όλο τον κόσμο, μα μόνο στους φίλους του. Υπάρχουν άλλα που δεν τα εμπιστεύεται στους φίλους του, και μόλις τα λέγει στον εαυτό του κι αυτό στα κρυφά. Και τέλος υπάρχουν κι εκείνα που ο άνθρωπος φοβάται να τα ομολογήσει στον ίδιο του τον εαυτό κι αυτού του είδους τα πράγματα μαζεύονται σε αρκετά μεγάλη ποσότητα σε κάθε άνθρωπο καθώς πρέπει. Όσο μάλιστα είναι πιο καθώς πρέπει ο άνθρωπος, τόσο και περισσότερα πρέπει νάχει απ’ αυτά τα πράγματα» (σελ. 39, η υπογράμμιση δική μας). Με τα λόγια αυτά περιγράφεται ο άνθρωπος που έχει ισχυρές απωθήσεις και ανεπτυγμένο υπερεγώ.
Μπορεί να με κούρασε υπερβολικά η ανάγνωση του πρώτου μέρους, όμως η ανάγνωση του δεύτερου με αποζημίωσε με το παραπάνω. Ο ήρωας είναι διπλοτυπία των τυπικών ηρώων του Ντοστογιέφσκι, και, όπως διαβάζω στο δοκίμιο του Κωστή Παπαγιώργη Ντοστογιέφσκι, για το οποίο θα γράψουμε επίσης δυο λογάκια, είναι επίσης διπλοτυπία του εαυτού του, όταν δέχτηκε ένα σωρό ταπεινώσεις στα λογοτεχνικά σαλόνια που σύχναζε, όπου δεν μπορούσαν να του συγχωρήσουν το ταλέντο του, διαισθανόμενοι πως κάποτε θα τους επισκίαζε. Η διπλοτυπία αυτή βέβαια δίνεται σε μια ακραία μορφή, όμως όπως στην καρικατούρα και στον εξπρεσιονισμό, με την παραμόρφωση αποκαλύπτονται καλύτερα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά.
Ο ήρωας ταπεινώνεται, και ταπεινωμένος καταδιώκει αυτούς που τον ταπείνωσαν, σε μια μαζοχιστική αναζήτηση μιας παραπέρα ταπείνωσης. Στο πορνείο που θα τους καταδιώξει θα συναντήσει τη Λίζα. Θα της μιλήσει με λόγια συγκινητικά και θα της ζητήσει να τον επισκεφτεί στο σπίτι του. Το μετανιώνει σχεδόν αμέσως και τρέμει τον ερχομό της.
Μετά από τρεις μέρες θα έλθει. Τώρα η συμπεριφορά του αλλάζει. Την ταπεινώνει σε μια τιράδα μιάμισης σελίδας, στην οποία υπάρχει ένας ακόμη αυτοχαρακτηρισμός: «Λοιπόν εγώ ξέρω πως είμαι τιποτένιος, άνανδρος, εγωιστής και τεμπέλης. Εδώ και τρεις μέρες έτρεμα μήπως έλθεις» (σελ. 107).
Το αποτέλεσμα ήταν μια έκπληξη γι αυτόν.
«Και να τι συνέβηκε: Η Λίζα προσβλημένη και εξευτελισμένη έτσι από μένα κατάλαβε πολύ περισσότερο παρ’ ότι περίμενα. Κατάλαβε απ’ όλα αυτά εκείνο που μια γυναίκα πρώτα-πρώτα καταλαβαίνει, όταν αγαπά ειλικρινά: πως ήμουν δυστυχισμένος» (σελ.108).
Και η συνέχεια;
«Μ’ έσφιξε στην αγκαλιά της παράφορα.
Ύστερα από ένα τέταρτο ανεβοκατέβαινα στο δωμάτιό μου ξαναμμένος…» (σελ. 109).
Τι συνέβη σ’ αυτό το αφηγηματικό κενό του ενός τετάρτου;
Το ίδιο που συνέβη και στον Παίχτη, την προτελευταία μας ανάρτηση, και δίνεται με τρεις τελίτσες. Έκαναν έρωτα.
Τα αισθήματα βέβαια του ήρωα είναι αμφιθυμικά. Θα τη διώξει αφού της βάλει στο χέρι ένα χαρτονόμισμα, για να την ταπεινώσει. «Από κακία». Όμως αμέσως μετά θα μετανιώσει και θα τη φωνάξει. Αυτή όμως θα κλείσει την εξώπορτα χωρίς να απαντήσει. Γυρνώντας πίσω θα ανακαλύψει το χαρτονόμισμα που της έδωσε πεταμένο πάνω στο τραπέζι. Θα τρέξει πάλι πίσω της, αλλά στα «διακόσια βήματα απάνω κάτω ως τη γωνιά του δρόμου σταμάτησα. Πού πήγε; Γιατί έτρεξα ξοπίσω της;
Γιατί; Για να πέσω γονατιστός μπροστά της να κλάψω από μετάνοια, να φιλήσω τα πόδια της, να την ικετέψω να με συγχωρέσει!... Μα γιατί; σκέφτηκα. Μήπως δεν θα τη μισήσω αύριο πάλι, επειδή σήμερα θα της φιλήσω τα πόδια; Θα της δώσω την ευτυχία; Μήπως δε μου δόθηκε η ευκαιρία να εκτιμήσω σήμερα ακόμα το τι αξίζω, για εκατοστή φορά; Μήπως δεν θα τη βασανίσω;» (σελ. 112).
Θα γυρίσει πίσω. Δεν θα την ξαναδεί. Θέλοντας μαζοχιστικά να αυτοβασανίζεται θα αναρωτηθεί: «τι είναι προτιμότερο: η μέτρια ευτυχία ή οι υψηλοί πόνοι;» (σελ 112).
Οι τελευταίες σελίδες είναι από τις πιο ωραίες που έγραψε ο Ντοστογιέφσκι.
Δεν ξέρω, για εκείνους που θα νιώσουν την ίδια ανυπομονησία που ένιωσα κι εγώ διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες, ίσως θα ήταν καλύτερα να διαβάσουν πρώτα το δεύτερο μέρος. Μετά θα διάβαζαν το πρώτο μέρος με άλλο μάτι, σίγουρα με ενδιαφέρον. Αυτή τη συμβουλή έχω να δώσω, εγώ ο τέως σχολικός σύμβουλος (τέως εξ αιτίας αυτού του blog).
Post a Comment