Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Thursday, July 20, 2017

Pier Paolo Pasolini, Accattone (1961)

Pier Paolo Pasolini, Accattone (1961)


  Από σήμερα στο «Ζέφυρο».
  Ο «Ακατόνε», η πρώτη ταινία του Παζολίνι, βασίζεται στο μυθιστόρημά του «Μια βίαιη ζωή».
  Ο Ακατόνε είναι νταβατζής. Ο Παζολίνι μας τον παρουσιάζει στην αρχή της ταινίας σαν ένα τολμηρό και ριψοκίνδυνο νεαρό. Επίσης μεγαλόψυχο, αφού φιλοξενεί τη γυναίκα ενός άλλου νταβατζή που βρίσκεται στη φυλακή. Τον κάρφωσε η ίδια η γυναίκα του για την άσχημη συμπεριφορά απέναντί της. Αναλαμβάνει και την πόρνη του, που τώρα δουλεύει για λογαριασμό του.
  Στη συνέχεια όμως μας παρουσιάζεται ένας άλλος Ακατόνε. Ακαμάτης, μαθαίνουμε ότι τον έχει διώξει η γυναίκα του από το σπίτι. Οι δικοί της δεν θέλουν να τον δουν στα μάτια τους. Έφτασε στο σημείο να κλέψει ένα σταυρό από το λαιμό του παιδιού του.  
  Οι φίλοι του είναι ίδια κουμάσια. Οι δουλειές δεν πάνε καλά, είναι συνεχώς πεινασμένοι. Αλλά το θεωρούν υποτιμητικό να πάνε να δουλέψουν.
  Κάποιοι φίλοι του κλέφτες του προτείνουν να δουλέψει μαζί τους. Αρνείται. Το θεωρεί επικίνδυνο, μετά τον πόλεμο, λέει, τους πιάνουν εύκολα.
  Η μεταστροφή του Ακατόνε θα αρχίσει όταν ερωτευθεί. Ο αρχικός του στόχος είναι να βγάλει την κοπέλα στο κλαρί, αλλά μετανιώνει. Πηγαίνει να δουλέψει, αλλά η δουλειά είναι σκληρή. Σκέφτεται την πρόταση που του έκαναν οι κλέφτες. Θα πάει να τους βρει, πράγμα που θα αποβεί μοιραίο γι’ αυτόν.
  Πρέπει να πω ότι στην αρχή δεν μου άρεσε η ταινία. Το έχω ξαναγράψει, όταν δεν μπορώ να ταυτιστώ ή να συμπαθήσω τον κύριο ήρωα η ταινία δεν μου αρέσει. Διαβάζω ότι δίχασε τους κριτικούς. Εμένα με δίχασε η ταινία. Άρχισε να μου αρέσει όταν είδα τη συνειδησιακή μεταστροφή του.

     

Dominique Farrugia, Sous le même toit (room(h)ates, Μαζί και χώρια, 2016)

Dominique Farrugia, Sous le même toit (room(h)ates, Μαζί και χώρια, 2016)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Ο Ιβάν και η Ντελφίν είναι δεκαπέντε χρόνια παντρεμένοι, με δυο παιδιά (σωστά μαντέψατε, αγόρι και κορίτσι, όπως σε όλες-ή σχεδόν όλες-τις ταινίες που έχουμε δυο παιδιά). Η Ντελφίν νοιώθει πλήξη, και προτείνει-τι προτείνει, αποφασίζει-να ζήσουν στο εξής σαν ανοιχτό ζευγάρι. Ο Ιβάν δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να συμμορφωθεί. Έλα όμως που το ίδιο βράδυ του τυχαίνει μια περίπτωση; Σαν ανοιχτό ζευγάρι που είναι πια το λέει στην Ντελφίν. Αυτή γίνεται έξω φρενών, δεν το περίμενε, και τον διώχνει από το σπίτι. Μπορεί να είναι κωμωδία, αλλά δεν είναι καθόλου κωμικό το να σε διώχνει η γυναίκα σου από το σπίτι και να αναγκάζεσαι να μένεις σε φίλους, μέχρι που θα σε βαρεθούν κι αυτοί και θα μείνεις στο δρόμο. Βέβαια κάποια επεισόδια είναι παρατραβηγμένα, αλλά είπαμε, έχουμε κωμωδία.
  Θέλει να γυρίσει σπίτι. Αυτή αρνείται να τον δεχτεί. Της δείχνει τότε το συμβόλαιο του σπιτιού, το 20% του ανήκει, άρα θα μείνει στο 20% του σπιτιού. Αναγκάζεται να υποχωρήσει, δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Και ακολουθούν πιο απίθανα, και γι’ αυτό πιο σπαρταριστά, επεισόδια, σε μια από τις καλύτερες κωμωδίες της χρονιάς. Δεν πρέπει να τη χάσετε. 

Dany Boon, R.A.I.D dinge (M.A.T. Μονάδα Αποδόμησης Τάξης, 2016)

Dany Boon, R.A.I.D dinge (M.A.T. Μονάδα Αποδόμησης Τάξης, 2016)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Πολύ σύντομα ξαναείδαμε τον Dany Boon, που πρόσφατα απολαύσαμε σαν «Αρχιτσιγκούνη», σε τριπλό ρόλο: σκηνοθέτη, σεναριογράφου και ηθοποιού. Εδώ είναι εκπαιδευτής στα ΜΑΤ, και εκπαιδεύει την Alice Pol. Ο μπαμπάς της υπουργός, ο αρραβωνιαστικός της γιος του βασιλιά των ελαστικών της Ευρώπης, και βέβαια δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι τη λαχτάρα της να πάει στα ΜΑΤ, που παρά τις αποτυχημένες προσπάθειές της εξακολουθεί να επιμένει. Ανησυχούν μήπως στο τέλος πάει και καταταγεί στη λεγεώνα των ξένων. Συνωμοτούν ο μπαμπάς ο υπουργός να εκβιάσει τον διοικητή των ΜΑΤ να την δεχτούν, με στόχο να αποθαρρυνθεί και να παραιτηθεί. Εκπαιδευτής θα είναι ο Dany Boon, που δεν την βλέπει καθόλου με καλό μάτι. Τον ίδιο τον έχει παρατήσει η γυναίκα του.
  Και ακολουθούν πολλά σπαρταριστά επεισόδια, κάποια σατιρικά, με την Alice Pol να τα κάνει κυριολεκτικά θάλασσα, όμως στο τέλος να σώζει την ζωή του πρωθυπουργού και να παρασημοφορείται.
  Είδαμε ξανά το μοτίβο «η αρχική αντιπάθεια γίνεται έρωτας», που το ξαναείδαμε επίσης πρόσφατα και στην ταινία του Woody Allen «Η Χάννα και οι αδελφές της» που προβλήθηκε σε επανέκδοση.   

  Ψάχνω την ταινία στο IMDb για να της βάλω ένα οχτάρι και δεν τη βρίσκω. Φαντάζομαι αργότερα να τη βάλουν. 

Jean Girault, Les grandes vacances (Οι ασύλληπτες διακοπές του Λουί ντε Φινές, 1967)

Jean Girault, Les grandes vacances (Οι ασύλληπτες διακοπές του Λουί ντε Φινές, 1967)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση.
  Πρέπει να ομολογήσω ότι ο Λουί ντε Φινές, τότε που μεσουρανούσε στην κωμωδία, εμένα δεν μου άρεσε. Μου φαινόταν πολύ παρατραβηγμένος ο τύπος που ενσάρκωνε, πάντα να τσακώνεται, πάντα έτοιμος να εκραγεί. Όμως πριν λίγους μήνες που τον είδα στο «Όσκαρ» (1967) του Eduard Molinaro μου άρεσε πολύ, περισσότερο από τον Συλβέστερ Σταλόνε, που κι αυτός μου άρεσε βέβαια, στο «Όσκαρ» (1991) του John Landis. Τελικά η σκηνοθεσία και το σενάριο (το «Όσκαρ» είναι μεταφορά από θεατρικό έργο) παρασύρουν και τον ηθοποιό σε μια καλύτερη ερμηνεία, ή ίσως κάνουν να φαίνεται καλύτερο το παίξιμό του.
  Έκανα αυτή την εισαγωγή γιατί και στις «Απίθανες διακοπές» μου άρεσε ο Λουί ντε Φινές, πιστεύω γιατί η ταινία είναι καταπληκτική σαν κωμωδία, γι’ αυτό εξάλλου και η επανέκδοσή της.
  Ο Λουί ντε Φινές στέλνει το γιο του στο σπίτι ενός συνεργάτη του στην Αγγλία για να βελτιώσει τα αγγλικά του στα οποία είχε πολύ κακό βαθμό. Σε αντάλλαγμα θα φιλοξενήσει την κόρη του. Όμως ο γιος του δεν έχει καμιά διάθεση να πάει στην Αγγλία, έτσι στέλνει ένα φίλο του. Αντί για Αγγλία θα πάρει ένα κότερο με τους φίλους του και θα κατευθυνθούν στη Χάβρη. Μαζί τους θα πάρουν και την αγγλιδούλα. Ο Λουί ντε Φινές θα αποδυθεί σε ένα ανθρωποκυνηγητό για να τη βρει, χωρίς να φαντάζεται ότι είναι μαζί με το γιο του. Και θα δούμε πολλά σπαρταριστά επεισόδια σ’ αυτή την ταινία, μια πραγματικά απίθανη κωμωδία.
  Και βέβαια, όπως σε όλες τις κωμωδίες, το happy end είναι ένας γάμος. Δεν θα σας πω, αλλά είναι εύκολο να μαντέψετε ποιοι παντρεύονται. Όμως καλύτερα να πάτε να τη δείτε.
  Και, συνειδητοποιώ τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, ότι το σασπένς δεν είναι και τόσο σημαντικό στις κωμωδίες, το πιο σημαντικό είναι οι χιουμοριστικές ατάκες και τα κωμικά επεισόδια.  

Whitt Stillman, love and friendship (Έρωτες και φιλίες 2016)

Whitt Stillman, love and friendship (Έρωτες και φιλίες, 2016)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Πρόκειται για μια απολαυστική κωμωδία, βασισμένη στο επιστολικό μυθιστόρημα της Jane Austin, «Lady Susan».
  Η Λαίδη Σούζαν είναι χήρα και απένταρη. Όμορφη, κοκέτα και καρδιοκατακτήτρια, θέλει να παντρέψει την κόρη της την Frederica με τον πλούσιο, καλόκαρδο αλλά και αρκετά αφελή σερ Τζέημς Μάρτιν, λύνοντας έτσι το οικονομικό της πρόβλημα. Έχοντας μόλις «διωχθεί» από το κτήμα του λόρδου Μάνερινγκ όταν η γυναίκα του κατάλαβε τη σχέση της με τον άντρα της, θα καταφύγει στον κουνιάδο της. Θα φλερτάρει με τον αδελφό της γυναίκας του, τον νεαρό Ρέτζιναλντ, και δεν θα περάσει πολύς καιρός και θα δώσουν υπόσχεση γάμου. Όμως τα πράγματα περιπλέκονται όταν ο νεαρός ανακαλύπτει τη σχέση της με τον Ρέτζιναλντ.
  Σοφιστικέ κωμωδία, σαν αυτές των προπερασμένων αιώνων (Σαίξπηρ, Μολιέρος, Όσκαρ Ουάιλντ), είναι αρκετά ξεκαρδιστική κάποιες φορές. Και, όπως όλες οι κωμωδίες, τελειώνει με happy end. Οι νέοι θα παντρευτούν, ενώ η Λαίδη Τζέην θα αποτελέσει την κεφαλή ενός ερωτικού τριγώνου, με τις άλλες δυο γωνίες να καταλαμβάνονται από τον αφελή σύζυγο και τον εραστή.

  Αξίζει να τη δείτε. 

Wednesday, July 19, 2017

Μπετόβεν και Σούμπερτ

Μπετόβεν και Σούμπερτ

  Διαβάζοντας την παράγραφο ενός βιβλίου μου ήλθε στο μυαλό μια σκέψη που έκανα πριν χρόνια: Αν ο Μπετόβεν είχε πεθάνει 31 χρονών, όσο και ο Σούμπερτ, πριν προλάβει να γράψει τη δεύτερη συμφωνία του, θα είχε την ίδια θέση με τον Σούμπερτ στο μουσικό πάνθεον;
  Και την επεξέτεινα.
  Αν ο Ντοστογιέφσκι είχε πεθάνει 45 χρονών, πριν γράψει τα μεγάλα του μυθιστορήματα (δεν θα είχε προλάβει να τελειώσει το «Έγκλημα και τιμωρία»), θα είχε την ίδια θέση που έχει σήμερα, δίπλα στον Τολστόι, ο οποίος σ’ αυτή την ηλικία είχε γράψει το «Πόλεμος και Ειρήνη» και την «Άννα Καρένινα»;

  Ρητορική, φυσικά, η ερώτηση. 

Monday, July 17, 2017

Gene Wilder (1933-2016) Φίλα με σαν ξένος και Η γυναίκα που δεν ήθελε

Gene Wilder (1933-2016) Φίλα με σαν ξένος και Η γυναίκα που δεν ήθελε


Gene Wilder, Φίλα με σαν ξένος (μετ. Θανάσης Χειμωνάς), ΑΛΔΕ 2011, σελ. 333

 Η πρώτη συγγραφική απόπειρα του γνωστού ηθοποιού Τζην Γουάιλντερ, η αυτοβιογραφία του, με την οποία αποκαλύφθηκε το συγγραφικό του ταλέντο

  Είναι ένα βιβλίο από το είδος που μου αρέσει: αυτοβιογραφία. Είναι η αυτοβιογραφία ενός ηθοποιού που μου αρέσει: του Gene Wilder. O Gene Wilder, σε αντίθεση με πολλούς επώνυμους, δεν έχει γράψει μόνο την αυτοβιογραφία του: έχει γράψει ακόμη δυο μυθιστορήματα και ένα τόμο διηγήματα. Η αυτοβιογραφία του αποκάλυψε στο αναγνωστικό κοινό ότι έχει ταλέντο όχι μόνο ως ηθοποιός, όχι μόνο ως ζωγράφος, αλλά και ως συγγραφέας.
  Αμέσως από τις πρώτες σελίδες καθηλώνει τον αναγνώστη με την αφηγηματική του τεχνική: Αποδέκτης της αφήγησής του είναι η Magie, η ψυχολόγος του. Άρα ξέρουμε ότι θα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός, όσο αποκαλυπτικός μπορεί να είναι ένας ψυχαναλυόμενος που έχει καταφέρει να ξεπεράσει τις περισσότερες αντιστάσεις του. Και το αποδεικνύει. Μιλάει χωρίς ενδοιασμούς για μια νεύρωσή του, έναν ιδεοψυχαναγκασμό, τον ιδεοψυχαναγκασμό να προσεύχεται.
  Ένας ηθοποιός που έχει διαπρέψει στην κωμωδία θα είναι και ο ίδιος καλός ως κωμωδιογράφος. Το απόδειξε γράφοντας το σενάριο μιας από τις πιο ξεκαρδιστικές κωμωδίες που έχω δει, τον Φρανκενστάιν Τζούνιορ. Το αποδεικνύει και στην αυτοβιογραφία του, γράφοντας με έναν απολαυστικό τρόπο για τις πρώτες του σεξουαλικές εμπειρίες.
  Εμείς οι απλοί αναγνώστες απολαμβάνουμε μια συναρπαστική αφήγηση. Οι αναγνώστες-ηθοποιοί και σκηνοθέτες αντλούν μαθήματα μέσα από το έργο, μαθήματα που θα τους φανούν χρήσιμα στη δουλειά τους.
  Ένα παράδειγμα: Λέει κάπου ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσεις τη δουλειά ενός σκηνοθέτη είναι να δεις μια ταινία του χωρίς ήχο, ώστε να μην παρασυρθείς από το σενάριο και τη μουσική. Ακόμη δείχνει τη σημασία του μοντάζ στο τελικό αποτέλεσμα της ταινίας. Λέγει ότι κόβοντας και ράβοντας μια δεκατετράλεπτη «καταστροφή», έφτιαξαν ένα οκτάλεπτο αριστούργημα.
  Αλλά δεν είναι μόνο η συναρπαστική αφήγηση. Διαβάζουμε με ενδιαφέρον για τα παρασκήνια ταινιών που εμείς οι παλιοί αγαπήσαμε, και που ασφαλώς θα αγαπούν και θα αγαπήσουν οι νέοι θεατές, μια και οι ταινίες του τώρα είναι προσβάσιμες σε πλατύτερο κοινό μέσω της τηλεόρασης, των video clubs, και των προσφορών εφημερίδων και περιοδικών. Έτσι έμαθα ότι μια από τις καλύτερες κωμωδίες που είδα ποτέ, «Αυτοί οι τρελοί παραγωγοί», δεν έκανε τα εισιτήρια που τις άξιζαν γιατί κάποια ανόητη κινηματογραφική κριτικός έθαψε την ταινία. Ακόμη διαβάζουμε και για άλλα πρόσωπα του κινηματογράφου, όπως π.χ. για τον Μελ Μπρουκς και τον Ρίτσαρντ Πράιορς, με τους οποίους ο Wilder γύρισε μερικές από τις καλύτερες ταινίες του.
  Στα κείμενά μου γράφω συχνά για τις συμπτώσεις που μου έχουν τύχει στη ζωή μου. Ο Wilder μιλάει κάμποσες φορές όχι για συμπτώσεις, αλλά για κάποιες ευτυχείς συγκυρίες και πού τον οδήγησαν: Το αφηγηματικό σχήμα είναι «αν»…. «θα», σε υποθετικό λόγο τρίτου είδους όπως τον διδάσκονται οι σπουδαστές των αγγλικών, και με την αρνητική εκδοχή σε ένα ή και στα δυο σκέλη. Αν δεν γινόταν αυτό και αυτό, δεν θα συναντούσε την Madeline Kahn, την παρτενέρ του στον «Φρανγκενστάιν Τζούνιορ» και στον «Μικρότερο αδελφό του Σέρλοκ Χώλμς». «Αν»... «Δεν θα παντρευόμουν στην Τζίλντα», για να αναφέρουμε μόνο δυο παραδείγματα.
  Έχουμε την τάση να θεωρούμε τη ζωή των διασημοτήτων ανέφελη και ευτυχισμένη, όμως οι βιογραφίες τους αποκαλύπτουν ότι πολλοί από αυτούς έχουν περάσει αρκετές δύσκολες καταστάσεις στη ζωή του. Ο Wilder είδε την Τζίλντα του να πεθαίνει από την επάρατο, ενώ και ο ίδιος μόλις κατάφερε να ξεφύγει.
  Διαβάζοντας τον επίλογο, αναρωτιόμαστε: Δεν μπόρεσε ο Wilder να εκδώσει νωρίτερα το βιβλίο του, ή δεν θέλησε; Χρονολογία έκδοσης είναι το 2005, ενώ στον επίλογο διαβάζουμε ότι πέρασαν τεσσεράμισι χρόνια από τότε που κατάφερε να αναρρώσει ξεπερνώντας τον κίνδυνο. Η μέρα αυτή, όπως αναφέρει, ήταν η 10η Φεβρουαρίου 2000. Δεν ξέρω τι πράγματα έκανα εκείνη την ημέρα, αλλά ξέρω ότι το βράδυ διασκέδασα με τους φίλους μου, αυτούς που με επισκέφτηκαν για να με συγχαρούν για την ονομαστική μου εορτή. 
  Ο Wilder είναι ταλαντούχος συγγραφέας, με λεπτή αίσθηση του χιούμορ, και επινοητικός αφηγηματικά. Έστω και καθυστερημένα δρέπει δάφνες και στη λογοτεχνία, όπως έκανε και στον κινηματογράφο. Να του ευχηθούμε μακροζωία, για να απολαύσουμε και άλλα έργα του.

Gene Wilder, Η γυναίκα που δεν ήθελε (μετ. Δημήτρης Μαμαλούκας) ΑΛΔΕ 2011, σελ. 172

Ένα μυθιστόρημα με δραματική πλοκή, που καταλήγει όμως σε ένα απροσδόκητα ευτυχισμένο τέλος

  Όταν κάποιος έχει μια επιτυχημένη καριέρα ως ηθοποιός δεν θα ψάξει να βρει μήπως έχει και άλλα ταλέντα, ή, ακόμη και αν έχει, δεν θα διανοηθεί να τα καλλιεργήσει, αφού συνήθως δεν του μένει χρόνος να ασχοληθεί και μ’ αυτά. Ο Jean Wilder είναι λογοτεχνικό ταλέντο, αλλά πιστεύω ότι το ανακάλυψε αργά στη ζωή του, και συγκεκριμένα μετά τα εξήντα του, όταν, μειώνοντας τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, αποφάσισε να γράψει την αυτοβιογραφία του. Εκεί αποκαλύφθηκε το ταλέντο του, και αποφάσισε να το καλλιεργήσει. Έτσι έγραψε τρία ακόμη βιβλία, δύο μυθιστορήματα και μια συλλογή με διηγήματα, που γνώρισαν ενθουσιώδη υποδοχή τόσο από το κοινό όσο και από την κριτική. Τη βιογραφία του, ένα καταπληκτικό κείμενο, την έχουμε ήδη διαβάσει, και πρόκειται να εκδοθεί προσεχώς από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ. Σήμερα θα μας απασχολήσει το μυθιστόρημά του «Η γυναίκα που δεν ήθελε», στα αγγλικά The woman who wouldnt. «Would you like…» τη ρωτά επανειλημμένα ο Τζέρεμι Σπένσερ Γουέμπ προσπαθώντας να την φλερτάρει, όταν την πρωτοβλέπει να κάθεται στο διπλανό τραπέζι, στο σανατόριο όπου νοσηλεύονται και οι δυο, εισπράττοντας απανωτά «No, I wouldnt». Όμως αυτά στην αρχή. Γιατί στη συνέχεια, όταν αναπτύσσεται ο δεσμός τους, η απάντησή της είναι μόνιμα θετική, καθώς συνεχίζουν το παιχνίδι με το would you like. Yes, I would. -Θα ήθελες να κάνεις έρωτα μαζί μου; -Ναι, θα ήθελα.
  Πώς βρέθηκαν στο σανατόριο;
  Η Κλάρα γιατί έπασχε από καρκίνο του στομάχου. Ο Τζέρεμι γιατί είχε περάσει μια νευρική κρίση. Και ο Τσέχωφ για να θεραπεύσει την φυματίωση από την οποία έπασχε, και η οποία τον οδήγησε τελικά στο θάνατο, το 1904, σε ηλικία 44 χρόνων.
  Τόσο παλιά λοιπόν τοποθετείται η ιστορία;
  Ναι, τόσο παλιά, και συγκεκριμένα το 1903.
  Η ατμόσφαιρα του σανατορίου, και μάλιστα το γεγονός ότι το σανατόριο αυτό βρίσκεται στη Γερμανία, δεν μπορεί να μην ανακαλέσει στο νου του αναγνώστη το «Μαγικό Βουνό» του Τόμας Μαν, όπου οι δυο ήρωές του, ο Χανς Κάστορπ και η Clawdia Chauchat βρίσκονται επίσης σε ένα σανατόριο, στο γερμανόφωνο Davos της Ελβετίας, όπου διαδραματίζεται η ιστορία.
  Ο Τζέρεμι είναι βιολιστής, και μάλιστα σολίστας. Μια κακή κριτική τον οδήγησε σε νευρική κατάρρευση με αποτέλεσμα να χρειαστεί θεραπεία και τελικά να καταφύγει σε ένα ησυχαστήριο σαν κι αυτό μέχρι να ηρεμήσουν τα νεύρα του. Η Κλάρα έχει μόλις εγκαταλειφθεί από έναν ανάξιο σύζυγο, που δεν άντεξε στην ιδέα να καθίσει δίπλα σε μια γυναίκα που δεν της μένει πολύς χρόνος ζωής.
  Ο Wilder εκδραματίζει εδώ ένα μέρος της προσωπικής του ιστορίας. Η γυναίκα του έπασχε από καρκίνο. Δεν μπόρεσε να τον θεραπεύσει, και τελικά κατέληξε. Περίμενα ένα εξίσου δραματικό τέλος και σ’ αυτό το έργο. Όμως ο Wilder το τέλειωσε όπως θα ήθελε να είχε τελειώσει και στην προσωπική του ζωή, με τη θεραπεία της γυναίκας του.
  Και θυμόμαστε πάλι ένα άλλο έργο, αυτή τη φορά κινηματογραφικό, το «Μίλα της» του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Η κοπέλα είναι σε κώμα και βρίσκεται κάτω από τις φροντίδες ενός νεαρού, ο οποίος την αγαπούσε από παλιά. Θα κάνει έρωτα μαζί της ενώ αυτή εξακολουθεί να βρίσκεται σε κώμα, με ελάχιστες ελπίδες να συνέλθει. Ξαφνικά όμως αυτή αρχίζει να συνέρχεται. Οι γιατροί ξαφνιάζονται με αυτό το θαύμα, και αρχίζουν να της κάνουν εξετάσεις. Θα ανακαλύψουν ότι είναι έγκυος, πράγμα που θα οδηγήσει τον νεαρό στη φυλακή. Κάποια στιγμή μας λέει ότι θα αποδράσει. Δεν φανταζόμαστε ότι εννοούσε πως θα αυτοκτονήσει. Εδώ το τέλος είναι δραματικό.
  Όπως το γεγονός της εγκυμοσύνης ενεργοποίησε τον ανοσοποιητικό μηχανισμό της κοπέλας με αποτέλεσμα να συνέλθει από το κώμα, έτσι και το γεγονός ότι η Κλάρα έμεινε έγκυος ενεργοποίησε το ανοσοποιητικό της σύστημα με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί ο καρκίνος από το στομάχι της. Το τέλος βρίσκει τους δυο ήρωες, που είχαν ήδη παντρευτεί στο σανατόριο, στη Νέα Υόρκη, ευτυχισμένους με το νεογέννητο μωρό τους.
  Δυο είναι τα κύρια υφολογικά χαρακτηριστικά του Wilder: Η αφηγηματική λιτότητα και το χιούμορ. Μας ήταν ήδη γνωστά από την αυτοβιογραφία του, και τα συναντήσαμε κι εδώ. Η παντελής έλλειψη πλατειασμού και το χιούμορ, τόσο στα επεισόδια όσο και στην αφήγηση, κάνουν την ανάγνωση του βιβλίου αυτού ιδιαίτερα ευχάριστη.
  Το να υπάρχουν επώνυμα πρόσωπα ως ήρωες μυθιστορημάτων είναι πράγμα σπάνιο. Και δεν εννοώ μόνο το ιστορικό μυθιστόρημα ή το μυθιστόρημα που πλησιάζει το ιστορικό, όπως π.χ. ο «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι όπου εμφανίζονται στην πλοκή ο Κουτούζωφ και ο Ναπολέων. Ο Άγιος Φραγκίσκος στον «Φτωχούλη του θεού» του Καζαντζάκη είναι πραγματικό πρόσωπο. Μου έρχεται τώρα στο μυαλό και μια ταινία, ο «Ταχυδρόμος» (Il postino, 1994) του Μάικλ Ράντφορντ, με τον Φιλίπ Νουαρέ στο ρόλο του Νερούντα, που διδάσκει τον νεαρό ταχυδρόμο τις περιώνυμες metaphorae, που  θα τις χρησιμοποιήσει με επιτυχία στα ποιήματα που γράφει για να κατακτήσει την εκλεκτή της καρδιάς του. Και όπως διαβάζω στο διαδίκτυο, το έργο είναι μεταφορά από το μυθιστόρημα του Αντόνιο Σκάρμετα «Ο ταχυδρόμος του Νερούντα», και  είχε καλύτερη τύχη (πέντε υποψηφιότητες για όσκαρ) από ό, τι το μυθιστόρημα.
  O Τζέρεμι, με βάση τις απαιτήσεις της οικονομίας του έργου, κάπως πρέπει να αποκτήσει επαφές και με κάποιον άντρα. Ένας επώνυμος σίγουρα είναι πιο ενδιαφέρων αφηγηματικά,  και μπορεί να διηγηθεί ανέκδοτα που δεν θα πήγαιναν στο στόμα ενός κοινού θνητού, όπως το ότι ο Τολστόι σχολίασε μια παράσταση του Θείου Βάνια λέγοντας ότι ήταν κακή, αλλά ο συγγραφέας δεν ήταν χειρότερος από τον Σαίξπηρ. Και, κάτι το οποίο ήξερα, ότι μια κακή κριτική για την πρώτη συμφωνία του Σεργκέι Ραχμάνινωφ οδήγησε τον νεαρό συνθέτη σε νευρική κατάρρευση. Ευτυχώς συνήλθε, για να μας δώσει το υπέροχο δεύτερο κονσέρτο του για πιάνο και ορχήστρα.

  Το βιβλίο είναι εξαιρετικό. Όσοι έχουν απολαύσει τον Wilder ως ηθοποιό σε έργα όπως «Η γυναικάρα με τα κόκκινα» και «Φρανκεστάιν τζούνιορ» μπορούν να τον απολαύσουν σ’ αυτό το μυθιστόρημα εξίσου και ως συγγραφέα.